Μαρίκα Κοτοπούλη: Θυελλώδεις έρωτες, σκάνδαλα και μια ζωή που δεν χωρούσε σε κανόνες

Αν σου αρέσουν τα άρθρα μας, κάνε κλικ εδώ για να μας προσθέσεις στις Google πηγές σου και να μας διαβάζεις πιο συχνά!

Η Μαρίκα Κοτοπούλη υπήρξε μια από τις σημαντικότερες και πιο αντισυμβατικές μορφές στην ιστορία του ελληνικού θεάτρου. Μια γυναίκα που δεν ακολούθησε τα κοινωνικά πρότυπα της εποχής της, έζησε με πάθος, γνώρισε θυελλώδεις έρωτες, βρέθηκε στο επίκεντρο σκανδάλων και κατάφερε να επιβληθεί με το ταλέντο και την προσωπικότητά της σε έναν ανδροκρατούμενο καλλιτεχνικό κόσμο.

Έφυγε από τη ζωή στις 11 Σεπτεμβρίου 1954, πριν από 72 χρόνια, αφήνοντας πίσω της μια τεράστια θεατρική κληρονομιά. Πίσω από τη λάμψη της σκηνής, όμως, υπήρχε μια ζωή γεμάτη δυσκολίες, συγκρούσεις, προσωπικά πάθη και επιλογές που συχνά προκαλούσαν την κοινωνία.

Γεννήθηκε σχεδόν πάνω στη σκηνή

Η Μαρίκα Κοτοπούλη γεννήθηκε στις 3 Μαΐου 1887 και φαίνεται πως το θέατρο ήταν το πεπρωμένο της από την πρώτη στιγμή. Και οι δύο γονείς της, Ελένη και Δημήτριος Κοτοπούλης, ήταν ηθοποιοί, ενώ ο πατέρας της ήταν παράλληλα θιασάρχης του Δραματικού Θιάσου «Πρόοδος».

Χαρακτηριστικό είναι ότι η μητέρα της βρισκόταν πάνω στη σκηνή όταν άρχισαν οι πόνοι του τοκετού. Μεταφέρθηκε στο σπίτι και εκεί έφερε στον κόσμο την κόρη της.

Η πρώτη επαφή της Μαρίκας με το θέατρο έγινε όταν ήταν ακόμη βρέφος, κατά τη διάρκεια περιοδείας των γονιών της με τον «Αμαξά των Άλπεων». Ο πρώτος επίσημος ρόλος της ήρθε σε ηλικία μόλις πέντε ετών, όταν υποδύθηκε μια μαθήτρια σε επιθεώρηση.

Μέχρι το 1901 εμφανιζόταν δίπλα στους γονείς της σε έργα του κλασικού και σύγχρονου ρεπερτορίου, περιοδεύοντας σε πολλές πόλεις της Ελλάδας, αλλά και στη Σμύρνη και την Κωνσταντινούπολη.

Δεν φοίτησε ποτέ στο δημοτικό

Η παιδική της ηλικία δεν ήταν ευτυχισμένη. Οι συνεχείς μετακινήσεις της οικογένειας δεν της επέτρεψαν να ακολουθήσει κανονική σχολική εκπαίδευση.

Η ίδια είχε περιγράψει αργότερα ότι δεν φοίτησε καθόλου στο δημοτικό και έμαθε σχεδόν μόνη της τα πρώτα της γράμματα. Παρά τις δυσκολίες, κατάφερε να εξεταστεί κρυφά στο Αρσάκειο, όπου έγινε δεκτή χωρίς να καταβληθούν δίδακτρα.

Η φοίτησή της, ωστόσο, κράτησε λίγο, καθώς οι περιοδείες της οικογένειας την ανάγκασαν να εγκαταλείψει ξανά το σχολείο.

Ακόμη πιο δύσκολη ήταν η σχέση της με τη μητέρα της. Μέσα από τα ημερολόγια του Ίωνα Δραγούμη αποκαλύπτεται η εικόνα μιας αυστηρής και χειριστικής γυναίκας, ενώ η ίδια η Κοτοπούλη είχε μιλήσει για βίαιες σκηνές στο σπίτι και ξυλοδαρμούς που σημάδεψαν τα παιδικά της χρόνια.

Η είσοδος στο Βασιλικό Θέατρο

Το 1902 εντάχθηκε στο δυναμικό του Βασιλικού Θεάτρου και πολύ γρήγορα άρχισε να ξεχωρίζει. Η νεαρή ηλικία της, όμως, προκάλεσε αντιδράσεις και καχυποψία.

Οι κριτικοί, παρότι αναγνώρισαν το ταλέντο της, την έφεραν αντιμέτωπη με την αντιπαλότητα της Άννας Φραγκοπούλου, που θεωρούνταν εκλεκτή του παλατιού.

Η Κοτοπούλη ξεκίνησε με τον ρόλο του Πουκ στο «Όνειρο θερινής νυκτός» και ακολούθησαν σημαντικές εμφανίσεις σε έργα όπως η «Δωδέκατη Νύχτα» και ο «Φάουστ».

Τα Ορεστειακά και η αιματηρή σύγκρουση

Μία από τις πιο θυελλώδεις στιγμές της καριέρας της ήρθε το 1903, όταν συμμετείχε στην «Ορέστεια» του Αισχύλου.

Η απόφαση να χρησιμοποιηθεί η δημοτική γλώσσα στο αρχαίο δράμα προκάλεσε έντονες αντιδράσεις. Οι συντηρητικοί κύκλοι, με επικεφαλής τον καθηγητή Γεώργιο Μιστριώτη, αντιτάχθηκαν με σφοδρότητα στην παράσταση.

Οι συγκρούσεις κορυφώθηκαν στις 16 Νοεμβρίου, όταν φοιτητές και στρατιώτες ήρθαν αντιμέτωποι στους δρόμους της Αθήνας. Οι πυροβολισμοί είχαν ως αποτέλεσμα τον θανάσιμο τραυματισμό του 22χρονου εφημεριδοπώλη Ι. Μαντά, ενώ άλλες αναφορές μιλούν για δύο νεκρούς και επτά τραυματίες.

Τα επεισόδια έμειναν στην ιστορία ως «Ορεστειακά» και οδήγησαν τελικά στην ακύρωση των παραστάσεων.

Από θιασάρχης σε κυρίαρχη μορφή του θεάτρου

Το 1908 η Κοτοπούλη ξεκίνησε τη δική της πορεία ως θιασάρχης. Το 1912 εγκαταστάθηκε στο θέατρο της Ομόνοιας, το οποίο πήρε το όνομά της, ενώ το 1936 μεταφέρθηκε στο «Ρεξ» της Πανεπιστημίου.

Το 1929 ίδρυσε μαζί με τον Σπύρο Μελά και τον Μήτσο Μυράτ την «Ελευθέραν Σκηνήν», όμως οικονομικές δυσκολίες οδήγησαν γρήγορα στη διάλυση της συνεργασίας.

Στη συνέχεια ταξίδεψε στις Ηνωμένες Πολιτείες, όπου παρέμεινε από το 1930 έως το 1932.

Επιστρέφοντας στην Ελλάδα έκανε μια κίνηση που εξέπληξε πολλούς: συνεργάστηκε με την άλλοτε μεγάλη αντίπαλό της, την Κυβέλη. Οι δύο κορυφαίες ηθοποιοί δημιούργησαν έναν πανίσχυρο θίασο, ο οποίος στάθηκε απέναντι στο Εθνικό Θέατρο.

Οι ρόλοι και η «αποκήρυξη» της επιθεώρησης

Η Κοτοπούλη πρωταγωνίστησε σε σημαντικά έργα του ελληνικού και παγκόσμιου ρεπερτορίου, από την «Ορέστεια» και τον «Φάουστ» μέχρι την «Ηλέκτρα» του Χόφμανσταλ και έργα των Βερναρδάκη και Ραγκαβή.

Το 1909 κέρδισε έναν από τους σημαντικότερους ρόλους της, τη «Στέλλα Βιολάντη» του Ξενόπουλου, τον οποίο ο συγγραφέας της εμπιστεύτηκε αντί της Κυβέλης.

Παρότι είχε ξεκινήσει και από την επιθεώρηση, αργότερα θέλησε να αποστασιοποιηθεί από το συγκεκριμένο είδος και το 1918 προχώρησε σε μια πρωτοφανή «δήλωση αποτάξεως», επιδιώκοντας να απομακρυνθεί ο χαρακτηρισμός της επιθεωρησιακής ηθοποιού.

Στον κινηματογράφο εμφανίστηκε μόλις μία φορά, στην ελληνοτουρκική ταινία «Κακός δρόμος» του 1933, βασισμένη σε έργο του Γρηγορίου Ξενόπουλου. Η ταινία, στην οποία συμπρωταγωνίστησε με την Κυβέλη και τον Βασίλη Λογοθετίδη, θεωρείται σήμερα χαμένη.

Οι θυελλώδεις έρωτες

Η προσωπική ζωή της Κοτοπούλη υπήρξε εξίσου πολυτάραχη με την καλλιτεχνική της πορεία.

Το 1904 ερωτεύτηκε τον σκηνοθέτη Θωμά Οικονόμου, ο οποίος αναγνώρισε από νωρίς το ταλέντο της και συνέβαλε στην εξέλιξή της. Η σχέση τους ολοκληρώθηκε το 1907.

Το 1908, στην Κωνσταντινούπολη, ήρθε ο μεγάλος έρωτας της ζωής της: ο Ίων Δραγούμης. Οι δυο τους είχαν γνωριστεί το 1905 στην Αλεξάνδρεια και η σχέση τους εξελίχθηκε σε έναν από τους πιο πολυσυζητημένους έρωτες της εποχής.

Από το 1912 συζούσαν ανεπίσημα, καθώς ο γάμος τους θεωρούνταν αδύνατος λόγω κοινωνικών διαφορών και των αντιδράσεων της οικογένειας Δραγούμη.

Η σχέση τους διακόπηκε οριστικά με τον θάνατο του Δραγούμη στις 31 Ιουλίου 1920, όταν δολοφονήθηκε από βενιζελικούς στη λεωφόρο Βασιλίσσης Σοφίας, λίγα μόλις λεπτά αφότου είχε φύγει από το σπίτι της Κοτοπούλη.

Κατά την περίοδο της εξορίας του Δραγούμη στην Κορσική, η ηθοποιός γνώρισε τον θεατρικό επιχειρηματία Γεώργιο Χέλμη. Το 1923 παντρεύτηκαν και έμειναν μαζί μέχρι το τέλος της ζωής της, χωρίς να αποκτήσουν παιδιά.

Μια γυναίκα γεμάτη αντιθέσεις

Παρότι υποστήριζε τη βασιλεία και θεωρούσε το παλάτι ιερό θεσμό, η Κοτοπούλη δεν επέτρεπε στις πολιτικές της πεποιθήσεις να καθορίζουν τις προσωπικές της σχέσεις.

Σύμφωνα με τον Γιάννη Τσαρούχη, κατά την Κατοχή βοήθησε διωκόμενους αριστερούς καλλιτέχνες, χρησιμοποιώντας ως πρόσχημα την ανάγκη να εμφανίζονται στο θέατρο. Όπως είχε χαρακτηριστικά πει, «καμουφλάριζε την ανθρωπιά της, με τη δικαιολογία του θεάτρου».

Παράλληλα, ήταν γνωστή για το αιχμηρό χιούμορ και την αφοπλιστική ετοιμολογία της.

Ακόμη και απέναντι στον Ελευθέριο Βενιζέλο, τον οποίο πολιτικά δεν υποστήριζε, μπορούσε να αστειεύεται χωρίς φόβο. Όταν ο Βενιζέλος την επισκέφθηκε στο καμαρίνι της, εκείνη φώναξε στον ανιψιό της, Δημήτρη Μυράτ, να την «γλιτώσει», λέγοντας πως αν ο πρωθυπουργός έμενε λίγο ακόμη, θα γινόταν… βενιζελική.

Η ίδια εκτιμούσε ιδιαίτερα τους ανθρώπους που μπορούσαν να της απαντήσουν με εξυπνάδα, ακόμη κι αν την προκαλούσαν.

Το «φυτώριο» του ελληνικού θεάτρου

Η Κοτοπούλη δεν υπήρξε μόνο μεγάλη πρωταγωνίστρια. Υπήρξε και ένας από τους σημαντικότερους ανθρώπους που στήριξαν και ανέδειξαν νέες γενιές καλλιτεχνών.

Στο πλευρό της εργάστηκαν και αναδείχθηκαν σημαντικές προσωπικότητες του ελληνικού θεάτρου, μεταξύ των οποίων ο Ροντήρης, ο Μινωτής, η Παξινού, ο Βεάκης, ο Λογοθετίδης, ο Κουν, η Μελίνα Μερκούρη, η Λαμπέτη και η Νοταρά.

Παράλληλα, στήριξε Έλληνες συγγραφείς και δραματουργούς, συμβάλλοντας στην παρουσία τους στη σκηνή.

Η καλλιτεχνική της προσφορά αναγνωρίστηκε με σημαντικές διακρίσεις. Το 1923 τιμήθηκε με το Αριστείον Γραμμάτων και Τεχνών, το 1939 βραβεύτηκε από την Εταιρεία Ελλήνων Θεατρικών Συγγραφέων και το 1950 έλαβε το παράσημο του Ταξιάρχη από τον βασιλιά Παύλο.

Η τελευταία αυλαία

Η καριέρα της άρχισε να περιορίζεται κατά την περίοδο της Κατοχής. Η τελευταία της παράσταση δόθηκε το 1952 στη Σύρο.

Δύο χρόνια αργότερα, στις 11 Σεπτεμβρίου 1954, η Μαρίκα Κοτοπούλη έφυγε από τη ζωή. Η κηδεία της πραγματοποιήθηκε δημοσία δαπάνη και η σορός της οδηγήθηκε στο Α΄ Νεκροταφείο Αθηνών.

Το 1955, το δημοτικό συμβούλιο έκανε δεκτή την πρόταση να ταφεί στον χώρο που προοριζόταν για διακεκριμένους άνδρες. Έτσι, η Κοτοπούλη έγινε η μοναδική γυναίκα που τάφηκε στο συγκεκριμένο τμήμα του Α΄ Νεκροταφείου, αναγνώριση της τεράστιας προσφοράς της στο ελληνικό θέατρο.

Η Μαρίκα Κοτοπούλη έζησε με τους δικούς της κανόνες. Δεν υπήρξε ποτέ εύκολη προσωπικότητα ούτε συμβατική καλλιτέχνις. Ήταν αντιφατική, τολμηρή, παθιασμένη, ευφυής και βαθιά αφοσιωμένη στο θέατρο.

Και ίσως ακριβώς γι’ αυτό, 72 χρόνια μετά τον θάνατό της, το όνομά της εξακολουθεί να παραμένει συνώνυμο μιας ολόκληρης εποχής του ελληνικού θεάτρου.

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΑ