Αρετή Καμπίτση: Βουτιά στις λευκές μνήμες

Αρετή Καμπίτση: Βουτιά στις λευκές μνήμες

Στο «Εgo magazine» φιλοξενούμε τη συγγραφέα κυρία Αρετή Καμπίτση με αφορμή το νέο της έργο «Λευκές Μνήμες», που κυκλοφορεί από τις Εκδόσεις Φιλιππότη. Η ηρωίδα της, η Νόρα, μια επιτυχημένη ψυχολόγος στην Κρήτη, μοιάζει να έχει κατακτήσει τα πάντα, όμως το βιβλίο αποκαλύπτει γρήγορα πως πίσω από την τέλεια εικόνα κρύβεται μια εσωτερική δίψα που δεν σβήνει με επαγγελματικές επιτυχίες.

Συνέντευξη στη δημοσιογράφο Νεκταρία Βαρσαμή-Πουλτσίδη

Μέσα από τη συνάντησή της με μια νέα ασθενή, η Νόρα έρχεται αντιμέτωπη με τα δικά της σκοτάδια, αναζητώντας τη γαλήνη που τόσα χρόνια πρόσφερε στους άλλους, αλλά στερούσε από τον εαυτό της. Μια νουβέλα που μιλά για τη ζωή, τον θάνατο και τη δύναμη που έχει ο καθένας μας να αλλάξει την πορεία του, αρκεί να τολμήσει να κοιτάξει κατάματα τις δικές του μνήμες.

Κυρία Καμπίτση, στις «Λευκές Μνήμες» η Νόρα είναι μια ψυχολόγος που αναζητά τη λύση στα δικά της αδιέξοδα μέσα από τους ασθενείς της. Πιστεύετε ότι συχνά γινόμαστε «θεραπευτές» των άλλων μόνο και μόνο για να αποφύγουμε να κοιτάξουμε τα δικά μας ανεπούλωτα τραύματα;

Α.Κ.: Ναι. Πολύ συχνά. Το να φροντίζεις τους άλλους μπορεί να γίνει ένας κομψός τρόπος φυγής. Αν είμαι απασχολημένος να κρατάω τον πόνο του άλλου δεν χρειάζεται να ακουμπήσω τον δικό μου, δεν κινδυνεύω να καταρρεύσω. Υπάρχει βέβαια και κάτι πιο βαθύ. Μερικές φορές προσπαθούμε να γιατρέψουμε έξω αυτό που δεν μας επιτράπηκε να γιατρέψουμε μέσα. Δίνουμε την κατανόηση που δεν πήραμε. Ακούμε όσα κανείς δεν άκουσε για εμάς. Σώζουμε τον άλλον με την κρυφή ελπίδα ότι κάπως θα σωθούμε κι εμείς. Αυτό δεν είναι απαραίτητα κακό. Θα έλεγε κανείς πως είναι ανθρώπινο. Το πρόβλημα ξεκινά όταν η φροντίδα γίνεται μονόδρομος, όταν, δηλαδή, ξέρουμε να καθρεφτίζουμε τους πάντες εκτός από τον εαυτό μας και ίσως, το πιο δύσκολο σημείο ενηλικίωσης, είναι να αντέξουμε να δούμε τα τραύματά μας χωρίς να τα μετατρέψουμε αμέσως σε αποστολή σωτηρίας κάποιου άλλου.

Αρετή Καμπίτση: Βουτιά στις λευκές μνήμες
Αρετή Καμπίτση: Βουτιά στις λευκές μνήμες

Η ηρωίδα σας ζει σε έναν τακτοποιημένο κόσμο, ο οποίος όμως κρύβει ένα δυσαναπλήρωτο κενό. Πόσο εύκολο είναι να χάσουμε την επαφή με το «μέσα» μας, όταν η κοινωνική και επαγγελματική μας εικόνα είναι τόσο επιτυχημένη που λειτουργεί ως προκάλυμμα;

Α.Κ.: Είναι τρομακτικά εύκολο, ίσως τόσο εύκολο, που μοιάζει φυσιολογικό. Όταν η κοινωνική και επαγγελματική εικόνα είναι επιτυχημένη γίνεται πανοπλία. Η τάξη, η αποτελεσματικότητα, η αναγνώριση λειτουργούν σαν αποδείξεις ότι όλα είναι εντάξει. Και τότε το μέσα μας μαθαίνει να σωπαίνει γιατί δεν έχει χώρο για τη δική του αλήθεια. Εμφανίζεται ως κόπωση χωρίς λόγο, ως μια ανεξήγητη ανία, ως η αίσθηση ότι ζούμε μια ζωή σωστή αλλά όχι δική μας. Και όσο πιο επιτυχημένο είναι το έξω, τόσο πιο δύσκολο γίνεται να αμφισβητηθεί χωρίς ενοχή. Γιατί ποιος έχει το δικαίωμα να πονάει όταν τα έχει όλα;

Η ηρωίδα μου δεν χάνει την επαφή με τον εαυτό της από αδυναμία. Τη χάνει από προσαρμογή. Έμαθε ποια πρέπει να είναι και το έπαιξε άψογα. Μόνο που το τίμημα αυτής της άψογης ερμηνείας είναι η αποξένωση από την εσωτερική της αλήθεια. Και ίσως εκεί βρίσκεται η δραματουργική ένταση: όχι στο αν θα σπάσει ο τακτοποιημένος κόσμος αλλά στο αν θα τολμήσει να παραδεχτεί ότι αυτόν τον κόσμο δεν τον χρειάζεται πια. Γιατί το πιο επικίνδυνο προκάλυμμα δεν είναι η αποτυχία. Είναι η επιτυχία που δεν μας αφήνει χώρο να είμαστε αληθινοί.

 

Μια νέα ασθενής γίνεται το «κλειδί» για να αποκαλυφθούν τα σκοτάδια της Νόρας. Γιατί χρειαζόμαστε συχνά έναν «ξένο» για να δούμε καθαρά όσα εμείς πεισματικά αποφεύγουμε να αναγνωρίσουμε στην καθημερινότητά μας;

Α.Κ.: Γιατί ο ξένος δεν κουβαλά το προσωπικό μας αφήγημα. Δεν ξέρει ποιοι πρέπει να είμαστε. Μας βλέπει πριν φορέσουμε ρόλους. Στην καθημερινότητά μας έχουμε επενδύσει σε μια εσωτερική συμφωνία σιωπής γιατί έτσι κρατιέται όρθιος ο κόσμος μας. Ο οικείος -φίλος, σύντροφος, συνάδελφος- συμμετέχει άθελά του σε αυτή τη συμφωνία. Μας ξέρει μέσα από την εικόνα που έχουμε ήδη χτίσει. Ο ξένος όμως έρχεται χωρίς μνήμη, χωρίς προσδοκία, χωρίς ιστορικό. Και ακριβώς γι’ αυτό μπορεί να λειτουργήσει σαν καθρέφτης χωρίς φίλτρα. Όταν η Νόρα ακούει τη νέα ασθενή, δεν ακούει μόνο εκείνη. Ακούει λέξεις που δεν μπορεί πια να αγνοήσει, γιατί δεν ειπώθηκαν από τη δική της φωνή. Υπάρχει και κάτι βαθιά ανθρώπινο εδώ: είναι συχνά ασφαλέστερο να αναγνωρίσουμε το σκοτάδι όταν το βλέπουμε αλλού πρώτα, γιατί η αυτογνωσία απαιτεί απώλεια. Απώλεια της εικόνας μας, της βεβαιότητας, της ψευδαίσθησης ελέγχου. Η νέα ασθενής δεν είναι απλώς καταλύτης πλοκής. Είναι η άδεια που δίνει στη Νόρα να δει ποια πργματικά είναι και από εκεί και πέρα η άμυνα καταρρέει.

Ίσως τελικά χρειαζόμαστε έναν ξένο γιατί μόνο μπροστά σε κάποιον που δεν μας χρωστά τίποτα, τολμάμε να δούμε τον εαυτό μας χωρίς τη δικαιολογία της συνήθειας.

Αρετή Καμπίτση: Ένας λογοτεχνικός καθρέφτης για την εσωτερική πάλη ανάμεσα στις επιβληθείσες αναμνήσεις και την αληθινή ανάγκη για αυτογνωσία

 

Θέτετε ένα καίριο ερώτημα στο έργο σας: ποιες μνήμες είναι πραγματικά δικές μας και ποιες μας έχουν επιβληθεί. Με ποιον τρόπο μπορεί ένας άνθρωπος να ξεχωρίσει το δικό του ταξίδι από τις προσδοκίες και τις επιθυμίες που φύτεψαν τρίτοι μέσα του;

Α.Κ.: Είναι ίσως το πιο δύσκολο ξεχώρισμα της ζωής. Γιατί οι ξένες μνήμες δεν έρχονται με ετικέτα, έρχονται ντυμένες σαν δικές μας. Από πολύ νωρίς μαθαίνουμε να μας θυμόμαστε όπως μας χρειάζονται οι άλλοι. Να ερμηνεύουμε το παρελθόν με τρόπους που δικαιώνουν γονείς, οικογένειες, κοινωνίες. Έτσι, κάποιες επιθυμίες ριζώνουν μέσα μας όχι επειδή γεννήθηκαν από εμάς αλλά επειδή ανταμειφθήκαμε για αυτές και με τον καιρό, η επανάληψη τις κάνει να μοιάζουν αυθεντικές. Το ξεχώρισμα γίνεται με αίσθηση κι όχι με τη σκέψη. Υπάρχει μια λεπτή αλλά αδιάψευστη ένδειξη που μας δείχνει πως ό,τι είναι δικό μας, ακόμη κι όταν πονά, έχει ζωή. Ό,τι μας έχει επιβληθεί, ακόμη κι όταν πετυχαίνει, έχει βάρος. Ένας άνθρωπος αρχίζει να ξεχωρίζει το δικό του ταξίδι όταν τολμά να ρωτήσει: Αν δεν με έβλεπε κανείς, αν δεν απογοήτευα κανέναν, αν δεν χρωστούσα τίποτα, τι θα διάλεγα; Η απάντηση σπάνια έρχεται καθαρή. Έρχεται σαν δυσφορία, σαν αντίσταση, σαν μια εσωτερική σιωπή που δεν υπακούει πια.

Στο έργο, αυτή η διεργασία δεν είναι ηρωική. Είναι αργή και άβολη. Η ηρωίδα δεν αποτινάσσει τις ξένες μνήμες αλλά τις αναγνωρίζει και αυτό από μόνο του είναι η αρχή για να δεχτεί ότι κάποια κομμάτια της ιστορίας της δεν γράφτηκαν από την ίδια. Ίσως, τελικά, το δικό μας ταξίδι δεν φαίνεται από το πόσο πιστά συνεχίζουμε μια διαδρομή αλλά από τα σημεία όπου αρχίζουμε να κοντοστεκόμαστε χωρίς να ζητάμε άδεια. Εκεί, συνήθως, αρχίζει η αλήθεια.

Η φράση «υπάρχουν άνθρωποι που θα έκαναν τα πάντα για να ζήσουν κι άλλοι που θα έκαναν τα πάντα για να πεθάνουν» είναι συγκλονιστική. Πώς ισορροπεί κανείς ανάμεσα σε αυτές τις δύο δυνάμεις όταν η ψυχική σύγκρουση φτάνει στο απόγειό της;

Α.Κ.: Είναι πράγματι συγκλονιστική γιατί εκείνη τη στιγμή μέσα στον ίδιο άνθρωπο συγκρούονται δύο ίσες δυνάμεις: η ανάγκη να συνεχίσει και η ανάγκη να σταματήσει να πονά. Η ισορροπία δεν έρχεται με επιλογή στρατοπέδου. Δεν νικά ούτε η ζωή ούτε ο θάνατος. Αυτό που κάνει τη διαφορά είναι αν, τη στιγμή της κορύφωσης, υπάρχει χώρος ανάμεσά τους. Συνήθως η ψυχική σύγκρουση φτάνει στο απόγειο όταν όλα μοιάζουν απόλυτα: ή αντέχω τα πάντα ή τελειώνω, ή σωζόμαι πλήρως ή χάνομαι. Εκεί, το πιο σωτήριο πράγμα δεν είναι η δύναμη αλλά η αναβολή της απόφασης. Να μείνει κανείς λίγο ακόμη μέσα στο δεν ξέρω και να αντέξει τη σύγκρουση χωρίς να τη λύσει βίαια. Και κάτι πολύ σημαντικό είναι ότι οι άνθρωποι που «θα έκαναν τα πάντα για να πεθάνουν» συνήθως δεν θέλουν τον θάνατο. Θέλουν να τελειώσει μια ζωή που δεν αντέχεται έτσι όπως είναι. Όταν αυτό αναγνωρίζεται, η σύγκρουση μετατοπίζεται από το αν θα υπάρχω, στο πώς μπορώ να υπάρχω αλλιώς.

Αρετή Καμπίτση: Βουτιά στις λευκές μνήμες
Αρετή Καμπίτση: Βουτιά στις λευκές μνήμες

Η Νόρα συνειδητοποιεί αργά πως η πληρότητα βρίσκεται μέσα της. Θεωρείτε ότι η αυτογνωσία είναι ένας προορισμός που απαιτεί πρώτα να «χαθούμε» μέσα στις αναμνήσεις μας για να μπορέσουμε τελικά να βρούμε τον δρόμο της επιστροφής;

Α.Κ.: Ναι και ίσως αυτό είναι το πιο τίμιο παράδοξο της αυτογνωσίας. Δεν φτάνεις εκεί ευθύγραμμα. Φτάνεις κυκλικά. Και συχνά… μέσα από απώλεια προσανατολισμού. Η Νόρα δεν βρίσκει την πληρότητα επειδή ανακαλύπτει κάτι καινούργιο, αλλά επειδή σταματά να τρέχει μακριά από κάτι παλιό. Οι αναμνήσεις δεν είναι απλώς αρχεία, είναι τόποι και για να ξαναβρεί τον δρόμο της, πρέπει πρώτα να μπει σε αυτούς τους τόπους χωρίς τον χάρτη της άμυνας. Το «να χαθούμε» εδώ δεν σημαίνει να βυθιστούμε νοσταλγικά ή αυτοκαταστροφικά. Σημαίνει να επιτρέψουμε στις μνήμες να μιλήσουν χωρίς να τις διορθώνουμε. Να αντέξουμε να δούμε ποιοι υπήρξαμε πριν μάθουμε ποιοι έπρεπε να γίνουμε. Η επιστροφή δεν είναι επιστροφή στο παρελθόν, είναι επιστροφή στον εαυτό που είχε διακοπεί η εξέλιξή του. Αυτός ο δρόμος δεν ανοίγει αν δεν χαθεί πρώτα η ψευδαίσθηση ελέγχου. Γι’ αυτό η πληρότητα δεν έρχεται σαν αποκάλυψη. Έρχεται σταδιακά σαν αναγνώριση. Σαν εκείνη τη στιγμή που η Νόρα καταλαβαίνει ότι δεν χρειάζεται πια να ψάχνει έξω για άδεια να υπάρξει. Πως μπορεί να είναι «απλά η Νόρα».

Ίσως τελικά η αυτογνωσία δεν είναι προορισμός, αλλά ικανότητα επιστροφής. Να φεύγουμε, να χανόμαστε, να αλλάζουμε και παρ’ όλα αυτά, να ξέρουμε πού είναι το μέσα μας.

 

Πιστεύετε ότι η λογοτεχνία ακόμα και μέσα από μια εσωτερική αναζήτηση που μοιάζει μοναχική μπορεί από μόνη της να αναδιαμορφώσει τον τρόπο με τον οποίο οι άνθρωποι αντιλαμβάνονται τη μνήμη και τη δύναμη της προσωπικής αλλαγής; Ποια η άποψη σας;

Α.Κ.: Η λογοτεχνία λειτουργεί παράδοξα: διαβάζεται ήσυχα και μοναχικά αλλά δεν βιώνεται έτσι. Όταν ένας άνθρωπος παρακολουθεί μια εσωτερική διαδρομή στη σελίδα, αναγνωρίζει σιωπηλά κάτι δικό του και εκεί συμβαίνει η μετατόπιση: η μνήμη παύει να είναι ιδιωτικό βάρος και γίνεται κοινός τόπος. Η λογοτεχνία δεν μας λέει τι να θυμόμαστε, μας μαθαίνει πώς να θυμόμαστε. Δείχνει ότι η μνήμη δεν είναι στατική αλήθεια, αλλά ζωντανή αφήγηση και ότι μπορούμε να επιστρέψουμε στο ίδιο γεγονός και να το δούμε αλλιώς, χωρίς να το προδώσουμε. Και αυτό έχει τεράστια δύναμη. Γιατί αν η μνήμη μπορεί να επανανοηματοδοτηθεί, τότε και ο εαυτός δεν είναι καταδίκη. Η προσωπική αλλαγή παύει να μοιάζει με προδοσία του παρελθόντος και γίνεται συνέχειά του.

Ακόμη κι όταν η διαδρομή ενός ήρωα είναι εσωτερική, ο αναγνώστης δεν τη βιώνει ως απομόνωση αλλά ως άδεια να νιώσει, να αμφισβητήσει, να αλλάξει χωρίς να χρειάζεται δραματικές εξωτερικές ανατροπές. Ίσως τελικά η λογοτεχνία δεν αναδιαμορφώνει τον κόσμο άμεσα. Αναδιαμορφώνει τον τρόπο με τον οποίο οι άνθρωποι αφηγούνται τον εαυτό τους μέσα στον χρόνο και όταν αλλάζει η αφήγηση, αργά ή γρήγορα αλλάζει και η ζωή που τη σηκώνει.

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΑ