Στο περιοδικό «Εγώ» φιλοξενούμε τη συγγραφέα κυρία Νικολέτα Καπίλλα με αφορμή το βιβλίο «Επτά συν μία ιστορίες για ένα κορίτσι», που κυκλοφορεί από τις Εκδόσεις Κέδρος. Ένα πλέγμα από ζωές που διασταυρώνονται, κορίτσια που περνούν δίπλα σου στον διάδρομο του σχολείου ή στη γειτονιά, και κουβαλούν βία που δεν φαίνεται πάντα μελανιά, αλλά αφήνει το ίδιο σημάδι.
Συνέντευξη στη Νεκταρία Βαρσαμή-Πουλτσίδη
Η ιδιαιτερότητα είναι ότι οι ιστορίες συνδέονται μεταξύ τους. Κι αυτή η σύνδεση σε αναγκάζει να κοιτάξεις πίσω από το παραπέτασμα. Το θύμα μιας ιστορίας μπορεί να γίνει ο θύτης σε μια άλλη. Μια ζωή που μοιάζει «τέλεια» απ’ έξω μπορεί να κρύβει ένα σπίτι που καίει μέσα. Και η σιωπή, όταν κυκλοφορεί σαν συνήθεια, ταΐζει το τέρας, δεν το ηρεμεί.
Κυρία Καπίλλα, ο τίτλος «Επτά συν μία ιστορίες για ένα κορίτσι» είναι συγκεκριμένος και σχεδόν μαθηματικός. Γιατί θέλατε αυτή την ακρίβεια και τι σημαίνει για εσάς το «συν μία»;
Ν.Κ.: Ο τίτλος του βιβλίου μπορεί όντως να χαρακτηριστεί ως «μαθηματικός» καθώς με αυτόν ήθελα να δηλώσω με ακρίβεια τι περιλαμβάνει το βιβλίο: αποτελείται από επτά σύν μία ιστορίες που αφορούν «ένα κορίτσι». Με τον τίτλο αυτό, απευθυνόμενη κυρίως προς τις αναγνώστριες του βιβλίου, ήθελα να πω στην κάθε μία ότι «αυτό το κορίτσι μπορεί να είσαι εσύ», ότι μπορεί δηλαδή σε μία ή σε περισσότερες από τις ιστορίες του βιβλίου να συναντήσει τον εαυτό της. Το «συν μία» χρησιμοποιείται σκόπιμα για να διαχωρίσει τις επτά ρεαλιστικές ιστορίες από την τελευταία η οποία αγγίζει τα όρια του φανταστικού, χωρίς να παύει βέβαια να περιλαμβάνει μορφές έμφυλης βίας.

Επιλέγετε ιστορίες που συνδέονται μεταξύ τους αντί για ένα ενιαίο μυθιστόρημα. Πότε καταλάβατε ότι το θέμα σας χρειάζεται πλέγμα και όχι μία γραμμική αφήγηση;
Ν.Κ.: Η συγκεκριμένη μορφή του βιβλίου ήταν κάτι που σκέφτηκα εξ αρχής καθώς η ηρωίδα κάθε διηγήματος έπρεπε και «είχε δικαίωμα» για «προσωπικό» χώρο και χρόνο να «ακουστεί». Στη συνέχεια, προέκυψε η ιδέα να δουλέψω τις ιστορίες των κοριτσιών με τέτοιο τρόπο έτσι ώστε να μπλέκονται μεταξύ τους καθώς αυτή είναι στην ουσία και η πραγματική ζωή: ένα πλέγμα όπου η ζωή του κάθενός μας επηρεάζει τη ζωή του άλλου: οι αποφάσεις που παίρνουμε και οι πράξεις μας μπορεί να έχουν καταλυτικό ρόλο στη ζωή ενός συνανθρώπου μας. Και κάπως έτσι το θύμα μιας ιστορίας μπορεί να είναι ο θύτης σε μία άλλη, όπου ταυτόχρονα να είναι και θύμα κάποιου τρίτου ατόμου – θύτη.
Σε αρκετά σημεία οι ρόλοι αλλάζουν. Μια κοπέλα μπορεί να πληγώνεται στη μία ιστορία και να πληγώνει στην άλλη. Πώς χτίσατε αυτή τη μετατόπιση χωρίς να «συγχωρείτε» τη βία και χωρίς να βολεύεστε στο δίπολο καλό κακό;
Ν.Κ.: Όπως αναφέρω και πιο πάνω, ο ρόλος του θύματος και του θύτη μπορεί να συνυπάρχουν στο ίδιο άτομο. Ένα άτομο δεν μπορεί να είναι απόλυτα κακό ή καλό. Αν ψάξουμε την ιστορία ενός θύτη, είναι πιθανό να συναντήσουμε έναν τραυματισμένο άνθρωπο, ένα θύμα δηλαδή, που πληγώνοντας τους άλλους, προσπαθεί να θεραπεύσει τα δικά του τραύματα. Το μόνο που πετυχαίνει όμως είναι να βαθύνει τις πληγές του με κίνδυνο να «μολυνθούν». Με αυτό το σκεπτικό γράφτηκαν αρκετά από τα διηγήματα του βιβλίου, όπως για παράδειγμα η ιστορία της Βανέσας η οποία είναι θύμα παρενόχλησης ενός «καθωσπρέπει» καθηγητή ενώ η ίδια συμμετέχει στον εξευτελισμό, μέσω λεκτικής βίας, της συμμαθήτριάς της.
Νικολέτα Καπίλλα: Ιστορίες που σπάζουν τη σιωπή προτού αυτή γίνει συνενοχή
Η βία εδώ δεν είναι μία. Είναι λεκτική, ψυχολογική, σωματική, σεξουαλική, κοινωνική. Ποιο είδος βίας σας δυσκόλεψε περισσότερο στη γραφή, εκείνο που φαίνεται ή εκείνο που κρύβεται πίσω από χαμόγελα και «πλάκες»;
Ν.Κ.: Δεν υπάρχει κάποιο είδος βίας που να μην με δυσκόλεψε στη γραφή μιας ιστορίας καθώς όλες οι ιστορίες κρύβουν πίσω τους ένα τραύμα προσωπικό (με εξαίρεση το διήγημα «Μια φυσιολογική ζωή»). Είτε η βία είναι οφθαλμοφανής π.χ. μελανιές στο σώμα, είτε είναι λεκτική/ψυχολογική, πάντα αφήνει τα σημάδια της στην ψυχή του ανθρώπου και η συγγραφή μιας ιστορίας για αυτήν είναι μια επίπονη διαδικασία. Προσπάθησα να είμαι διακριτική και προσεκτική στις σκηνές της σεξουαλικής βίας έτσι ώστε να μην επηρεαστούν αρνητικά οι έφηβοι αναγνώστες του βιβλίου. Εξίσου δύσκολη ήταν και η προσπάθεια αποτύπωσης της ψυχολογικής κατάστασης των θυμάτων των μη σωματικών μορφών βίας.
Οι ιστορίες δείχνουν ότι το πιο επικίνδυνο δεν είναι μόνο ο θύτης, αλλά και το περιβάλλον που δεν μιλά. Τι σας έκανε να δώσετε τόσο βάρος στη σιωπή, και πού τη βλέπετε πιο ύπουλη, στο σπίτι ή στο σχολείο;
Ν.Κ.: Πιστεύω ότι όλες και όλοι μας, κάποια στιγμή στη ζωή μας, προτιμήσαμε να μη μιλήσουμε μπροστά σε ένα περιστατικό έμφυλης βίας. Μεγαλώντας σε ηλικία, συνειδητοποίησα ότι αυτή η σιωπή είναι επικίνδυνη καθώς δίνει στους θύτες το μήνυμα ότι είναι παντοδύναμοι και ότι κανείς δεν θα τους σταματήσει. Δίνει το μήνυμα στα θύματα ότι αυτό είναι το κανονικό και πως το καλύτερο που έχουν να κάνουν είναι σιωπήσουν και να αποδεχτούν την κατάσταση. Να όμως που αυτή η σιωπή μεγαλώνει τον κύκλο της βίας και δυστυχώς ακούμε πολύ συχνά στις ειδήσεις για μια νέα γυναικοκτονία – χώρια τα περιστατικά βίας που καταγράφονται πίσω από τις κλειστές πόρτες. Αυτή η σιωπή είναι σίγουρα ύπουλη στο σχολείο και ιδιαίτερα τραυματική για τα θύματα καθώς είναι πιο ευάλωτα και ευαίσθητα λόγω της εφηβείας. Πιστεύω όμως ότι είναι πιο ύπουλη στο σπίτι διότι κανονικά το σπίτι θα έπρεπε να είναι ο κατεξοχήν χώρος όπου ένα άτομο αισθάνεται ασφάλεια. Αν κινδυνεύεις και υποφέρεις μέσα στο ίδιο σου το σπίτι και δεν μπορείς να μιλήσεις ή έμαθες να σιωπάς, τότε θα σιωπάς παντού μπροστά στη βία και θα είναι πολύ δύσκολο να πεις «ως εδώ» ή έστω να ζητήσεις βοήθεια. Κι αν οι γύρω σου βλέπουν και ακούνε τι συμβαίνει και δεν τολμούν να βοηθήσουν, τότε η κατάσταση είναι επίκινδυνη.
Βάζετε και γυναίκες σε ρόλους που συντηρούν τη βία, μητέρα που πιέζει, φίλη που προδίδει, γυναίκα που «κοιτά τη ζωή της». Τι θέλατε να πείτε για την απουσία αλληλεγγύης χωρίς να γίνει γενίκευση;
Ν.Κ.: Σε κάθε βιβλίο συνήθως υπάρχει ο κεντρικός ήρωας με τον οποίο ο αναγνώστης ταυτίζεται και ένας «αντιήρωας» τον οποίο αντιπαθεί εξαιτίας των πράξεων και των επιλογών του. Έτσι, οι γυναίκες που τοποθέτησα στους συγκεκριμένους ρόλους που αναφέρετε, γίνονται παράδειγμα προς αποφυγή. Ίσως διαβάζοντας τις ιστορίες αυτές η αναγνώστρια (μια και η ερώτηση αφορά τις γυναίκες που συντηρούν τη βία), αναρωτηθεί μήπως έτυχε κι η ίδια να κάνει κάτι παρόμοιο κάποια στιγμή. Χρειάζεται όλες μας να έρθουμε σε περισυλλογή για την ευθύνη μας η μία απέναντι στην άλλη. Το μήνυμα που θα ήθελα να δώσω μέσα από αυτούς τους χαρακτήρες είναι ακριβώς η αδιαμφισβήτητη ανάγκη για αλληλεγγύη.
Υπάρχει το θέμα της διαπόμπευσης και της «φωτογραφίας» που κυκλοφορεί. Πώς γράφεται η ντροπή ώστε να μη γίνει θέαμα, αλλά να μείνει αυτό που είναι, μια βία που συνεχίζει και μετά το συμβάν;
Ν.Κ.: Πιστεύω πως αυτό βγήκε αυθόρμητα καθώς γράφοντάς το συγκεκριμένο διήγημα, ένιωθα πως δεν υπήρχε λόγος να εστιάσω στο θέαμα αλλά στην ουσία της βίας με την οποία καταπιάνεται το περιστατικό που είναι η διαπόμπευση, η γελοιοποίηση, η καταπάτηση της εμπιστοσύνης, η παραβίαση της προσωπικής ζωής, η εκμετάλλευση του άλλου για προσωπικό όφελος (το αγόρι εκμεταλλεύεται τα συναισθήματα του κοριτσιού για να «ανέβει» στα μάτια του φίλου του). Προσπάθησα να εστιάσω στα συναισθήματα του κοριτσιού μπροστά στην καταστροφή της τέλειας εικόνας και της τέλειας ζωής της και στις ολέθριες συνέπειες της απερίσκεπτης πράξης του αγοριού.

Αγγίζετε και τη βία από πρόσωπα εξουσίας, όπως ο καθηγητής. Ποια ήταν η κόκκινη γραμμή σας, τι δεν θέλατε να κάνετε στη σκηνή για να μη μετατραπεί η εμπειρία σε «υλικό»;
Ν.Κ.: Η κόκκινη γραμμή για μένα ήταν να μην υπάρχει περιγραφή απρεπών σκηνών ή σκηνών που θα πυροδοτούσαν το ξύπνημα τυχόν τραυματικών εμπειριών των αναγνωστών. Δεν θα ήθελα με τίποτα να υπάρχει κάτι περισσότερο από αυτό που αναφέρεται στο συγκεκριμένο διήγημα γιατί τότε θα έπαυε να είναι λογοτεχνία. Στόχος μου ήταν να εστιάσω στην αμηχανία, στο σοκ και στο τραύμα της ηρωίδας και πιστεύω ότι αυτό επιτυγχάνεται χωρίς περαιτέρω λεπτομέρειες στην εν λόγω σκηνή.
Το «Bonus track» αλλάζει κλίμα και πατά σε πιο σκοτεινό, πιο εξωλογικό τόνο. Γιατί θέλατε αυτό το γύρισμα στο τέλος και τι θέλατε να αφήσει στον αναγνώστη, ταραχή ή επίγνωση;
Ν.Κ.: Το διήγημα γράφτηκε μετά από μια εκδρομή στο βουνό, όπου είχα αντικρίσει το δέντρο που περιγράφεται στο διήγημα, πλησίον ενός γνωστού εγκαταλελειμένου ξενοδοχείου. Αυτή ήταν η πρώτη μου απόπειρα να γράψω κάτι που αγγίζει τα όρια του φανταστικού. Η ιστορία αφορά έναν χειριστικό σύντροφο που ασκεί ψυχολογική και σωματική βία. Σκοπός μου δεν ήταν να προκαλέσω ταραχή στον αναγνώστη ή στην αναγνώστρια, αλλά μέσα από την ανατροπή που υπάρχει στο τέλος, να δώσω τροφή για σκέψη σχετικά με πολλά θέματα, με πιο σημαντικό το βάρος της ευθύνης. Ουσιαστικά το τέλος είναι ανοικτό προς ερμηνείες αλλά όντως, η επίγνωση της ευθύνης του καθενός και της καθεμίας μας, είναι ίσως αυτό που μετράει περισσότερο.
Πιστεύετε ότι η δύναμη της λογοτεχνίας μπορεί από μόνη της να αναδιαμορφώσει τον τρόπο με τον οποίο οι άνθρωποι βλέπουν τα βιβλία και την ανάγνωση; Ποια είναι η δική σας άποψη;
Ν.Κ.: Αν η ερώτηση αφορούσε εμένα προσωπικά, δηλαδή την επίδραση της λογοτεχνίας στον τρόπο με τον οποίο εγώ η ίδια βλέπω τα βιβλία και την ανάγνωση, η απάντηση θα ήταν ΝΑΙ! Αναγνώστρια από μικρή και συνεχίζοντας να διαβάζω καθημερινά βιβλία, τα θεωρώ απαραίτητα, πολύτιμα. Θεωρώ την ανάγνωση δώρο, παρηγοριά, καταφύγιο. Αυτό το βλέπω και στο σχολείο, μέσα από τις αντιδράσεις των παιδιών όταν τους διαβάζω ένα βιβλίο. Όμως δεν συμβαίνει το ίδιο σε όλες τις περιπτώσεις. Για παράδειγμα, παρατηρώ το εξής παράδοξο: ενώ στα παιδιά αρέσει να τους διαβάζουμε βιβλία μεγαλόφωνα (συμμετέχουν, σχολιάζουν, κλπ), όταν τους προτείνουμε να διαβάσουν βιβλία στον ελεύθερό τους χρόνο, τότε αντιδρούν, βρίσκουν δικαιολογίες, βαριούνται. Σε μεγάλο βαθμό αυτό οφείλεται και στο γεγονός ότι οι οθόνες κερδίζουν ολοένα και μεγαλύτερο έδαφος στη ζωή τους με αποτέλεσμα η ανάγνωση λογοτεχνικών έργων να έχει περιοριστεί αρκετά ή ακόμη, συχνά να θεωρείται καταναγκαστικό έργο. Το γεγονός αυτό ίσως δείχνει πως η λογοτεχνία δεν μπορεί από μόνη της να αλλάξει την οπτική των ανθρώπων για τα βιβλία αλλά χρειάζεται εκπαίδευση, όραμα, καθοδήγηση, χρόνος και ευνοϊκές συνθήκες. Αλλιώς, παραμένει προσωπική υπόθεση του καθενός μας.










