Στο «Ego Magazine» φιλοξενούμε τη συγγραφέα κυρία Αλέκα Ζωγράφου με αφορμή το μυθιστόρημά της «Μαϊστράλι», που κυκλοφορεί από τις Εκδόσεις Χάρτινη Πόλη. Ένα βιβλίο που πατά στη γη των σεισμών, αλλά τελικά μετρά τους άλλους, εκείνους που γίνονται μέσα μας, όταν η μνήμη επιστρέφει και ζητά να ακουστεί.
Συνέντευξη στη Νεκταρία Βαρσαμή-Πουλτσίδη
Κυρία Ζωγράφου, τι σας έσπρωξε να χτίσετε το «Μαϊστράλι» πάνω σε δύο χρονικές ρωγμές, το 1949 και το 1998; Τι κερδίζετε αφηγηματικά όταν αφήνετε τις εποχές να «συνομιλούν» και τι ρισκάρετε όταν το παρελθόν αρνείται να μείνει πίσω;
Α. Ζ.: Όταν διάβασα τυχαία για τους σεισμούς που έπληξαν τη Χίο και τις Οινούσσες το 1881 και το 1949, θέλησα να μάθω περισσότερα. Στη συνέχεια, έφτιαξα την ιστορία των ηρώων ώστε να „εφάπτεται” σε αυτούς. Να γίνουν το…επίκεντρο.
Δημιουργώντας ένα flash back στο πριν και το τώρα μόνο να κερδίσεις έχεις. Οι ιστορίες τέμνονται και η πλοκή αποκτά ένα κρεσέντο -στοιχείο που είναι απαραίτητο-, αν ο στόχος είναι να προσφέρουμε μια δυνατή ιστορία στους αναγνώστες.
Όσον αφορά το ρίσκο που αναφέρετε, θα σας πω ότι δεν υπάρχει. Το παρελθόν βρίσκει πάντα τον τρόπο να έρθει στο παρόν, έστω και απρόσκλητο… Μοιάζει με το νερό που αν έχει δυνατή ροή, θα σπάσει το φράγμα.

Σε ένα σημείο, το ρεπορτάζ γίνεται αναμέτρηση με το ίδιο της το παρελθόν. Πώς ορίζετε τη στιγμή που η έρευνα παύει να είναι «δουλειά» και γίνεται προσωπικό ξεγύμνωμα; Και τι σημαίνει αυτό για μια ηρωίδα που έχει μάθει να ρωτά, όχι να απαντά;
Α. Ζ.: Η δημοσιογράφος Λαντώ Αβινού δεν φανταζόταν ότι οι συνεντεύξεις και οι συναντήσεις με άγνωστους ανθρώπους, θα την έφερναν αντιμέτωπη με τις αλήθειες που ως εκείνη τη στιγμή αγνοούσε. Συνέβη, όμως… Νομίζω ότι κατάφερε να κρατήσει ισορροπία ανάμεσα στη δουλειά και στα μυστικά που έρχονταν στο φως όσο και αν αυτό πονούσε. Λίγοι άνθρωποι το καταφέρνουν αυτό. Για μένα είναι μόνο όσοι έχουν δουλέψει πολύ με τον εαυτό τους και όχι με το εγώ τους. Η διαφορά είναι τεράστια.
Οι σεισμοί στο βιβλίο δεν μένουν στη φυσική καταστροφή. Τους χρησιμοποιείτε ως εσωτερικά ρήγματα: οικογενειακά, ερωτικά, υπαρξιακά. Πώς αποφύγατε τον εύκολο συμβολισμό και πώς κρατήσατε την ένταση «σωματική», σαν κάτι που μετουσιώνει πραγματικά μέσα στον άνθρωπο;
Α. Ζ.: Τα ρίχτερ δεν είναι ποτέ όσα καταγράφει ο σεισμογράφος, είναι κυρίως εκείνα που σημειώνει η ζωή με τη δική της γραφίδα. Οι αλήθειες, τα μυστικά, οι συμπτώσεις…όλα όσα μας συμβαίνουν, είναι „σεισμοί” κάποιοι απλώς μας τρομάζουν και κάποιοι γκρεμίζουν. Το καταφύγιο είναι και στις δύο περιπτώσεις, η ψυχή και η συνείδηση.
Αλέκα Ζωγράφου: Χίος, 1949 και 1998 ένα ρεπορτάζ που σκάβει κάτω από τα χαλάσματα, μέχρι να βρει τις γυναίκες που άντεξαν, τους σιωπηλούς εκμεταλλευτές και την αλήθεια που δεν θέλει να μείνει θαμμένη.
Η Μελανθώ μετά τον σεισμό οδηγείται στο Αναμορφωτήριο Αθηνών: έναν χώρο θεσμικής βίας και κοινωνικής υποκρισίας. Τι σας δυσκόλεψε περισσότερο σε αυτή τη διαδρομή: να αποδώσετε τη φρίκη χωρίς «εκβιασμό» συναισθήματος ή να κρατήσετε τη Μελανθώ άνθρωπο και όχι μόνο θύμα;
Α. Ζ.: Το Αναμορφωτήριο θηλέων ήταν μια σκληρή πραγματικότητα για εκείνη την εποχή. Αυτό περιέγραψα και όσο για τη Μελανθώ; Ήταν θύμα έτσι και αλλιώς, την ανθρώπινη υπόστασή της ήθελα να αναδείξω.
Το ηθικό δίλημμα της μητέρας που «καταδίδει» το παιδί της για να σώσει τη Μελανθώ είναι ακραίο και τραγικό. Πώς προσεγγίζετε στη γραφή σας τέτοιες επιλογές; Σας ενδιαφέρει να κριθεί ο χαρακτήρας ή να φανεί το αδιέξοδο που τον στριμώχνει;
Α. Ζ.: Η απόφαση της ηρωίδας μου, της Πλουμής ήταν δύσκολη. Έπρεπε στη ζυγαριά να βάλει το δίκιο και την αγάπη για τον μοναχογιό της. Την άφησα να γείρει στο δίκιο. Προσπάθησα να μπω στη θέση της. Ναι, τη Μελανθώ όφειλε να βοηθήσει και μέσα από αυτή της την απόφαση έκανε καλό και στο παιδί της. Θα μου πείτε αν είδα ως λύτρωση την καταδίκη του; Στην περίπτωση του Κίμου ήταν μονόδρομος. Αυτό το καταλαβαίνει και ο ίδιος, απλά δεν έχει πια τον χρόνο με το μέρος του για να αλλάξει τις πράξεις του.
Η πορεία της Κατίγκως, που την οδηγεί η μοίρα στην Τρούμπα, θέλει λεπτό χέρι για να μην πέσει σε στερεότυπα ή «ηθικά συμπεράσματα». Πώς γράφεται μια τέτοια ιστορία με καθαρό βλέμμα, χωρίς ωραιοποίηση αλλά και χωρίς διαπόμπευση;
Α. Ζ.: Με δυσκολία και το εννοώ. Η Τρούμπα είναι… επιτρέψτε μου την έκφραση, δύσκολη πίστα. Πρώτα χρειάζεται να γίνει έρευνα. Η Τρούμπα είχε άγραφους νόμους, άρα όφειλα πρώτα να κάνω αυτό. Στη συνέχεια, έπρεπε οι ήρωες να γίνουν κομμάτι της και στη σωστή διάσταση. Χωρίς υπερβολές και με απόλυτη ισορροπία.
Στο βιβλίο φαίνεται καθαρά ότι οι «εκμεταλλευτές» τρέφονται από την αδυναμία. Σας ενδιέφερε να τους δείξετε ως «τέρατα» ή ως καθημερινούς ανθρώπους που κρύβονται πίσω από μια κανονικότητα; Και ποιο είναι, κατά τη γνώμη σας, το πιο επικίνδυνο πρόσωπο της βίας: το φανερό ή το καλοντυμένο;
Α. Ζ.: Ήθελα να γίνουν τα πρόσωπα προς αποφυγή, για αυτόν τον λόγο, τους έδωσα διαφορετικές εκδοχές. Ο καθένας τους διεκδικούσε από τον αδύναμο κάτι και με διαφορετικό τρόπο. Πήραν ακόμα και τη μορφή του προστάτη και του συνανθρώπου.
Για μένα, το πιο επικίνδυνο πρόσωπο είναι πάντα το προσωπείο που καλύπτει το αληθινό. Είναι η μεγαλειώδης φράση από το «Άξιον εστί” του Οδυσσέα Ελύτη: «Ήρθαν ντυμένοι φίλοι αμέτρητες φορές οι εχθροί μου”.
Παρά το σκοτάδι, υψώνετε ένα μνημείο στις γυναίκες που άντεξαν και έγιναν φάροι αγάπης ακόμα και για παιδιά που δεν ήταν δικά τους. Τι σας συγκινεί σε αυτό το είδος μητρότητας που δεν στηρίζεται στο «αίμα», αλλά στην επιλογή;
Α. Ζ.: Θαυμάζω τις γυναίκες που έγιναν μάνες σε παιδιά της αγκαλιάς και της καρδιάς. Αυτές οι μάνες δεν αγαπούν λιγότερο! Είναι άξιες και αξιόλογες και η ζωή τους το επιστρέφει, όπως συμβαίνει και με μια από τις ηρωίδες μου.
Παράλληλα αναδεικνύετε και «σπάνιους άντρες» που γίνονται λιμάνια και ελπίδα. Πώς αποφύγατε το άλλο άκρο να γίνουν απλώς αντίβαρο ή λύτρωση για τις γυναίκες και πώς τους κρατήσατε αυτόνομους, με ευθύνη και βάρος;
Α. Ζ.: Αυτοί οι άνδρες οι σπάνιοι -μου άρεσε πολύ αυτό-, είναι και εκείνοι που δεν πρέπει να λείπουν από την κοινωνία. Είναι ένα καλούπι απαραίτητο σε κάθε εποχή τότε, σήμερα, αύριο. Ήθελα να τους αναδείξω, ήθελα να φτιάξω τα κοστούμια στους ρόλους τους, θα ήθελα, όμως, πολύ περισσότερο να υπάρχουν.

Το βιβλίο μιλά για αλήθειες που αποκαλύπτονται σαν σκόνη μετά τον σεισμό. Πιστεύετε ότι η αλήθεια λυτρώνει, ή απλώς αλλάζει τη μορφή της πληγής; Και τι θα θέλατε να μείνει στον αναγνώστη όταν κλείσει το «Μαϊστράλι»: η οδύνη, η αντοχή, ή η υποχρέωση να μην σιωπά;
Α. Ζ.: Η αλήθεια είναι λύτρωση. Πολλές φορές ανοίγει πληγές, δεν νομίζω ότι αλλάζει τις πληγές, ούτε ότι τις επουλώνει. Πάντως, το μόνο βέβαιο είναι ότι δεν τις κακοφορμίζει όπως το ψέμα.
Ο αναγνώστης κλείνοντας το Μαϊστράλι θα ήθελα να κρατήσει τη μυρωδιά της αλμύρας και της μαστίχας. Να ανασάνει αυτόν τον αέρα που προκύπτει μετά από πολλές σεισμικές δονήσεις, φουρτούνες και δύσκολα περάσματα. Να θυμάται ότι αυτό το χάρτινο ταξίδι το κάναμε όλοι μαζί και γίναμε πιο δυνατοί, όχι άτρωτοι. Βγήκαμε νικητές, σκοντάψαμε, δεν πέσαμε, χτυπήσαμε, αλλά σηκωθήκαμε.
Πιστεύετε ότι η λογοτεχνία ακόμα και μέσα από ένα παιδικό παραμύθι μπορεί από μόνη της να αναδιαμορφώσει τον τρόπο με τον οποίο οι άνθρωποι βλέπουν τα βιβλία και την ανάγνωση; Ποια η άποψη σας;
Α. Ζ.: Τα παιδιά που διαβάζουν παιδικά βιβλία, σίγουρα, είναι σε πλεονεκτική θέση. Διαμορφώνουν καλύτερη σκέψη, αναπτύσσουν δεξιότητες και μαθαίνουν να αγαπούν τα βιβλία και θα συνεχίσουν να τα αγαπούν και ως ενήλικες.










