Στο «Ego» φιλοξενούμε τη συγγραφέα κυρία Αναστασία Νεραϊδόνη με αφορμή το βιβλίο της «Λιονταρίσιες Καρδιές», που κυκλοφορεί από τις Εκδόσεις Πηγή. Μια ιστορία που πατά στον Πειραιά που ξέρουμε, αλλά τον ανοίγει σαν καταπακτή: σε υπόγειες στοές, σε σπηλιές, σε πλάσματα της θάλασσας και σε εκείνη τη σπάνια στιγμή που ένα παιδί καταλαβαίνει πως μέσα του υπάρχει δύναμη, αρκεί να τη μοιραστεί.
Συνέντευξη στη δημοσιογράφο Νεκταρία Βαρσαμή-Πουλτσίδη
Κυρία Νεραϊδόνη, πέντε παιδιά: ο Νίκος, η Λυδία, ο Διονύσης, η Νάισα και ο Αλέξανδρος με διαφορετικούς παλμούς, αλλά κοινή πορεία. Πώς χτίζετε μια ομάδα ώστε να μη χαθεί κανείς στη σκιά των άλλων; Και τι σας ενδιαφέρει περισσότερο όταν γράφετε παιδικούς ήρωες: να μοιάζουν αληθινοί ή να λειτουργούν σαν σύμβολα;
Α. Ν.: Θα ξεκινήσω από το τελευταίο σκέλος της ερώτησης λέγοντας ότι προτιμώ οι χαρακτήρες πάνω απ’ όλα να μοιάζουν αληθινοί. Κι ο λόγος είναι ότι το αναγνωστικό κοινό που απευθύνομαι είναι το πιο απαιτητικό και κάθε χρόνο τείνει να μειώνεται. Επειδή τα παιδιά δεν μπορούμε να τα ξεγελάσουμε και μάλιστα μια γενιά που κακά τα ψέματα δεν πιστεύει στα σύμβολα, είναι σημαντικό οι χαρακτήρες να είναι πέρα για πέρα αληθινοί. Να φαίνονται τα προτερήματα μα και τα ελαττώματα τους, οι φοβίες τους, οι δισταγμοί και οι ελπίδες τους ακόμα κι αν είναι εγωιστικές πολλές φορές. Γιατί οι άνθρωποι λειτουργούν πιότερο σαν τον Οδυσσέα πάρα σαν τον Ηρακλή. Kαι για να ταυτιστούν οι νεαροί αναγνώστες είτε με τον έναν, είτε με τον άλλον χαρακτήρα, χρειάστηκε να δώσω χώρο στο κάθε παιδί να φανούν οι διαφορετικές αντιδράσεις του σε μια κοινή απειλή.
Οι ήρωές σας φοβούνται, γελούν, θυμώνουν, τολμούν: όπως κάθε παιδί. Πώς κρατήσατε αυτή τη φυσικότητα, χωρίς να γίνουν «μικροί ενήλικες»; Υπήρξε σκηνή που σας δυσκόλεψε ιδιαίτερα γιατί έπρεπε να είναι και αληθινή και συναρπαστική;
Α. Ν.: Υπήρξα τροφός του Νίκου για ένα μεγάλο χρονικό διάστημα και κάθε μέρα που τον παραλάμβανα από το σχολείο το μεσημέρι πηγαίναμε με τις άλλες μαμάδες σε ένα συγκρότημα πολυκατοικιών με κήπο. Επέμενα να αφήνουμε να παιδιά να παίξουν όσο περισσότερο χρόνο γίνεται πριν τα κλείσουμε πάλι στα διαμερίσματα να μελετάνε εργασίες για σχολείο, φροντιστήρια και τα λοιπά. Η Λυδία και ο Αλέξανδρος ήταν συμμαθητές του Νίκου στην ίδια τάξη και η Νάισα η μικρότερη αδερφή του Αλέξανδρου που τον ακολουθούσε παντού. Θεωρώ υψίστης σημασίας τα παιδιά να κάνουν αυτό που είναι να κάνουν στην ηλικία τους δηλαδή να παίζουν. Τους παρακολουθούσα λοιπόν να σκαρώνουν ιστορίες με κρυφτό και κυνηγητό. Κάποιες φορές τους προσέφερα πληροφορίες για μυστήρια και θρύλους της μυθολογίας του Πειραιά για να τα εντάξουν στο παιχνίδι τους οπότε η πλοκή γράφτηκε μπροστά στα μάτια μου, έμενε μόνο να την μεταδώσω στο χαρτί. Η σκήνη που ίσως με δυσκόλεψε είναι κάτι που αντιμετωπίζουμε οι περισσότεροι συγγραφείς του φανταστικού: η μάχη με μυθικά πλάσματα. Κι αυτό με δυσκολεύει και στο τωρινό μυθιστόρημα που γράφω με Νηρηίδες και Τρίτωνες. Θέλω πολύ οι ιστορίες μου να είναι αληθοφανείς και ρεαλιστικές χωρίς να παρουσιάζω τους ανθρώπους ως υπερήρωες για να πάρουν το μήνυμα οι νεαροί αναγνώστες ότι η γενναιότητα και η δύναμη είναι ανθρώπινα χαρακτηριστικά και δεν βασίζονται σε κάτι εξωπραγματικό.
Το «παράξενο αντικείμενο» που θυμίζει fidget spinner ανοίγει την πόρτα στα κληρονομικά χαρίσματα. Γιατί επιλέξατε ένα τόσο σύγχρονο, καθημερινό αντικείμενο ως κλειδί της περιπέτειας; Τι λέει αυτό για τον τρόπο που η μαγεία μπορεί να κρύβεται μέσα στα πιο απλά πράγματα;
Α. Ν.: Το μυθιστόρημα γράφτηκε την χρονιά που τα fidget spinners πρωτοστατούσαν στο προαύλιο του σχολείου, στις τάξεις των φροντιστηρίων, στις παιδικές χαρές. Όλοι οι μαθητές μου στα αγγλικά έφερναν τα δικά τους στην τάξη κι εννοείται ότι είχα κι εγώ συλλογή. Μια μέρα που ο Νίκος, ο πρωταγωνιστής της ιστορίας παρέλαβε ένα καινούριο fidget spinner, παρατηρήσαμε ότι έμοιαζε πολύ με το Τρισκέλιον- σύμβολο που συναντάται σε Μυκηναϊκά αγγεία και συμβολίζει την Αέναη Κίνηση και τον Κύκλο της Ζωής. Δεν θα μπορούσα να βρω καλύτερο αντικείμενο που να συνδυάζει το σύγχρονο αυτού που λέμε trend με τα συναρπαστικά αρχαία μυστήρια της ελληνικής μυθολογίας, διότι αυτό είναι η μαγεία για μένα: Να ανακαλύπτεις τα εσωτερικά νοήματα του Κόσμου σε μια εποχή που τα παιδιά έχουν ξεχάσει πώς να παίζουν και να ενθουσιάζονται και οι έφηβοι πώς να ονειρεύονται και να ερωτεύονται.
Αναστασία Νεραϊδόνη: Ένας Πειραιάς κάτω από τα κύματα, πέντε παιδιά με κληρονομικά χαρίσματα και μια περιπέτεια που κάνει τη φιλία να μοιάζει με μαγεία
Μιλάτε για φιλία, συνεργασία και διαφορετικότητα χωρίς διδακτισμό. Αυτό είναι δύσκολο, γιατί το μήνυμα παραμονεύει να σηκώσει «δάχτυλο». Πώς το αποφύγατε; Και πότε νιώσατε ότι το κείμενο «λέει» αυτό που θέλει, μόνο μέσα από τις πράξεις;
Α. Ν.: Αγαπημένη μου Νεκταρία, δεν ξέρεις πόσο σε ευγνωμονώ που αναγνωρίζεις ότι δεν υπάρχει διδακτισμός! Γιατί είχα πιεστεί ιδιαίτερα για να καταφέρω να μιλήσω για το πόσο σημαντική είναι η αξία της φιλίας και το να υπάρχει σύμπνοια ανάμεσα σε παιδάκια με διαφορετικές ανάγκες και δυνατότητες. Τα παιδιά της ιστορίας με δίδαξαν στην ουσία. Στην τάξη τους υπήρχαν δύο «περιστατικά» όπως τα χαρακτηρίζουν οι εργοθεραπευτές και λογοθεραπευτές, κι έτσι προέκυψε ο χαρακτήρας του Διονύση. Μόνο που τα παιδιά δεν ενδιαφέρονται για ταμπέλες. Νοιάζονται μόνο για το πώς θα περάσουν καλά και συγκεκριμένα η Λυδία, ο Νίκος κι ο Αλέξανδρος δεν απέκλεισαν ποτέ κανένα άλλο παιδάκι από το παιχνίδι τους επειδή ήταν αυτιστικό ή είχε σύνδρομο Down π.χ. Μεγαλώνοντας ως νευροδιαφορετικό σε ένα φτωχό περιβάλλον σε μόρφωση κι ενσυναίσθηση με άγγιξε πολύ η ζεστή τους προσέγγιση κι επιθυμούσα να το περάσω στην ιστορία. Ένα παιδί που δεν μπορεί να βάλει στην σωστή σειρά τις λέξεις ή βρίσκεται σε σύγχυση όταν η ηχορύπανση είναι έντονη, δεν σημαίνει ότι δεν είναι φοβερά αντιληπτικό. Και σε μια ομάδα ποτισμένη με αγάπη όλοι λειτουργούν με το μέγιστο των δυνατοτήτων τους που μπορεί να μεγαλώσει κι άλλο ακριβώς χάρην της ομάδας.
Η Νάισα φαίνεται να μένει έντονα στη μνήμη, με πείσμα και γενναιότητα. Ήταν από την αρχή έτσι; Ή σας την «έγραψε» η ίδια στην πορεία; Και τι σας αρέσει στους χαρακτήρες που επιμένουν, ακόμα κι όταν όλοι τους θέλουν πιο ήσυχους;
Α. Ν.: Η μαμά της Νάισας, η Ανίσα μεγάλωσε και τα δύο παιδιά της με κόπο και αγάπη γι’ αυτό η Νάισα είναι τόσο ιδιαίτερη και ήθελα να της δώσω σημαντικό ρόλο στην ιστορία. Η Νάισα είναι αυτό που λέμε ήρεμη δύναμη, αγαπάει πολύ τον αδερφό της, δεν διστάζει μπροστά στον κίνδυνο, χωρίς να είναι όμως απρόσεκτη και παρορμητική και δεν αφήνει κανέναν να την καπελώσει επειδή είναι η μικρότερη σε ηλικία κι επιμένει στην σιγουριά της ότι έχει να προσφέρει σημαντικές λύσεις. Μου αρέσουν λοιπόν πολύ οι άνθρωποι που είναι φαινομενικά ήσυχοι μα κάνουν φασαρία για τα πράγματα που μετράνε όπως το να εντοπίσουν μια αδικία, να διορθώσουν μια λάθος συμπεριφορά.
Οι υπόγειες στοές, οι σπηλιές και τα άγνωστα καταφύγια του Πειραιά χτίζουν ένταση. Πώς δουλέψατε την αίσθηση του χώρου, ώστε ο αναγνώστης να νιώθει ότι κατεβαίνει μαζί τους—και να κρατά την ανάσα του;
Α. Ν.: Ο Πειραιάς αν μη τι άλλο με το καταφύγιο τον καιρό του πολέμου, το νησί του Παρασκευά, τις υπόγειες σπηλιές της Καστέλλας, βρίθει από θρύλους που μας πάνε πίσω πολλούς αιώνες. Τα περάσματα αυτά όμως είναι κλειστά για το κοινό κι ευτυχώς. Για να είναι η ιστορία μου όσο γίνεται πιο ρεαλιστική στηρίχτηκα λοιπόν στο βιβλίο του Καθηγητή Παναγιώτη Δευτεραίου «Υπόγεια Αθήνα» που κυκλοφορεί από τον ίδιο εκδοτικό. Όπως με μετέφερε λοιπόν το συγκεκριμένο βιβλίο στα έγκατα της πόλης. Έτσι ήθελα να μεταφέρω κι εγώ τους αναγνώστες. Ευσεβής μου πόθος είναι να εμφυσήσω το όνειρο να ακολουθήσουν τον τομέα της αρχαιολογίας ή ωκεανογραφίας.
Τρίτωνες, νύμφες, συλφίδες και τελχίνες μπλέκονται με τον σύγχρονο κόσμο. Πώς επιλέξατε αυτά τα πλάσματα; Τι σας έδωσε το καθένα σε επίπεδο συμβολισμού και τι σε επίπεδο καθαρής περιπέτειας;
Α. Ν.: Τα πλάσματα της θάλασσας στην μυθολογία αντιπροσωπεύουν την γιατρειά που προέρχεται από την αλμύρα. Σκεφτείτε πόσο σημαντικό είναι το αλάτι στην ζωή μας. Οι συλφίδες είναι στοιχειά του αέρα, των ονείρων δηλαδή και των ανέλπιστων δυνατοτήτων. Οι τελχίνες είναι λιγότερο γνωστά πλάσματα της μυθολογίας που προέκυψαν από το μεγαλύτερο μυθιστόρημα που δουλεύω. Είναι στοιχειά της μεταλλευτικής δύναμης της γης και συμβολίζουν τον θυμό και τις εκρήξεις όπως η λάβα ενός ηφαιστείου. Τρέφω ιδιαίτερη αγάπη στην ελληνική μυθολογία και λαογραφία της ελληνικής υπαίθρου και ήθελα να ανασύρω λιγότερο γνωστά μυθικά στοιχειά. Ειδικά ο Πειραιάς με τα θεόσπιτα της Πειραϊκής, το κρυμμένο άγαλμα του Ασκληπιού, και τον λόφο της Αρτέμιδος βρίθει από μύθους που μπορούν να χτίσουν μια συναρπαστική δομή περιπέτειας. Τα νέα παιδιά χειμώνα καλοκαίρι γεμίζουν τα απογεύματα το Πάσα Λιμάνι και κάτω απ’τα πόδια τους έχουν μια μακρά ιστορία που συνδέεται με το Λιοντάρι του Πόρτο Λεόνε.

Υπάρχει μια ιδέα που επανέρχεται: ότι η δύναμη δεν είναι να νικάς, αλλά να στέκεσαι δίπλα στους άλλους. Σ’ ένα βιβλίο που έχει κινδύνους και «μάχες», πώς ισορροπείτε ανάμεσα στη δράση και σε αυτή τη βαθύτερη, ήρεμη δύναμη της αλληλεγγύης;
Α. Ν.: Το κάνουν οι ήρωές μου αυτό κι εγώ έμελλε μόνο να το καταγράψω. Ο Νίκος είναι παρορμητικός μεν αλλά γενναίος κι έχει την τάση όπως πολλοί άνθρωποι να προσπαθεί να διορθώσει τα λάθη του μόνος του. Η Λυδία διαφωνεί σθεναρά και ενεργεί ως κόλλα που ενώνει την ομάδα με τη Νάισα να προχωρά μαζί τους ως ήρεμη δύναμη χωρίς να περιμένει να την προσκαλέσουν. Ο Διονύσης χρησιμοποιεί την διαφορετικότητά του ως προτέρημα για γνώση με την βοήθεια του Αλέξανδρου και του Νίκου που δεν την βλέπουν ως ελάττωμα επίσης. Κι όλοι μαζί αποδεικνύουν ότι το να στέκεσαι δίπλα στους άλλους και να τους σηκώνεις όταν πέφτουν αντί να τρέχεις μπροστά μόνος σου είναι η πραγματική νίκη. Για μένα σημαίνει ότι δεν έχεις εγκαταλείψει τις αληθινές ποιότητες του εαυτού σου και τίποτα δεν μπορεί να σε παρασύρει.
Η ιστορία χτίζει γέφυρα ανάμεσα στο χτες και στο σήμερα, σαν να λέει ότι η μυθολογία δεν τελείωσε απλώς άλλαξε τρόπο να κρύβεται. Τι θα θέλατε να πάρει ένα παιδί από αυτή τη γέφυρα; Να ψάχνει, να αμφισβητεί, να εμπιστεύεται, να ονειρεύεται;
Α. Ν.: Όλα αυτά μαζί. Οι ιστορικοί είναι οι μεγάλοι ντετέκτιβ της ανθρωπότητας μα να μην ξεχνάμε τα βιβλία της ιστορίας γράφονται από τους νικητές. Πολύ προτού σπουδάσω βιβλιοθηκονομία, διαπίστωσα ότι ακόμα και στις πιο μικρές δημοτικές βιβλιοθήκες κρύβονται διαμάντια πολυτίμων γνώσεων. Προτρέψτε τα παιδιά να εξερευνούν τις βιβλιοθήκες ως κυνήγι θησαυρού και να συμμετέχετε μαζί τους σε δράσεις όπως αυτές που κάνει η βιβλιοθήκη Αικατερίνη Λασκαρίδη και τόσες άλλες. Δυστυχώς τα κείμενα που διδάσκονται στα Νέα Ελληνικά είναι κείμενα από την δυσάρεστη περίοδο του Μεσοπολέμου κι αποπνέουν μια απαισιοδοξία που σίγουρα απομακρύνει τους νεαρούς αναγνώστες από την λογοτεχνία. Ευτυχώς η νεανική λογοτεχνία του φανταστικού (young adult) είναι εμπνευσμένη από μεγάλες Επαναστάσεις της Ιστορίας που άλλαξαν τον κόσμο. Απλούστατα οι δράκοι, τα στοιχειά και οι μάγοι δίνουν μια πιο ζωντανή πνοή σε ένα ιστορικό γεγονός χιλιοειπωμένο. Για παράδειγμα η Νηρηίδα Κυμοθόη που αναφέρεται στις Λιονταρίσιες Καρδιές πιάνει φιλίες με τον Κωνσταντίνο Κανάρη, έναν από τους Ήρωες της Επανάστασης του 1821 και συμμετέχει ενεργά στην ιστορική ναυμαχία της Σάμου. Κάποιοι αναγνώστες που θα το διαβάσουν θα ψάξουν αν υπήρξε όντως και ποια από τα γεγονότα ισχύει και αυτό θα είναι μια ευχάριστη νίκη για τους ιστορικούς και τους βιβλιοθηκονόμους. Να φέρουμε δηλαδή παιδιά που ερευνούν, αμφισβητούν κι αναπτύσσουν κριτική σκέψη.

Και κάτι τελευταίο, που το θεωρώ κομβικό: όταν ένα παιδί κλείσει το βιβλίο, τι θέλετε να νιώσει για τον εαυτό του; Ότι «έχει κι αυτό χαρίσματα», ότι «δεν είναι μόνο του», ή ότι «η καρδιά του μπορεί να γίνει λιονταρίσια όταν χρειαστεί»;
Α. Ν.: Κάθε μα κάθε άνθρωπος έχει εν δυνάμει χαρίσματα. Αυτό από μόνο του δεν μας κάνει ξεχωριστούς. Ξεχωριστούς μας κάνει ο τρόπος που θα χρησιμοποιήσουμε τα χαρίσματα μας και οι πράξεις μας. Κι αυτό το πετυχαίνουμε με το να λειτουργούμε μέσα σε ομάδες χωρίς φόβο για το αν θα κάνουμε λάθη, αν θα μαλώσουμε, αν θα μας δεχτούν γι’ αυτό που είμαστε. Να μην φοβόμαστε να δείξουμε τι μας αρέσει και τι όχι, τι ανεχόμαστε και ποια είναι τα όρια μας. Μένοντας αληθινός στις αξίες σου ακόμα και αν δεν είσαι αρεστός στην τάδε η την δείνα παρέα, θα βρεθούν τα άτομα που θα σε εκτιμήσουν πραγματικά. Δεν φοβήθηκα ποτέ να κάνω δραστηριότητες ή να πάω ταξίδι μόνη μου και μέσα από εκείνους τους χώρους βρήκα φίλους αληθινούς που ταιριάζαμε. Κι έδωσα ευκαιρίες επίσης σε άτομα πολύ διαφορετικά από μένα. Για παράδειγμα επέμενα στους γονείς μου να με γράψουν στην φιλαρμονική. Δεν έμαθα ποτέ σαξόφωνο, είτε skate board, και τα μαθήματα πιάνου δεν απέδωσαν. Μα γνώρισα παιδιά πολύ διαφορετικά από μένα που μου μετέδωσαν αποφασιστικότητα, θάρρος και τόλμη να βρίσκω το αστείο σε κάθε δύσκολη κατάσταση. Αυτό το μήνυμα θέλησα να μεταδώσω και στις Λιονταρίσιες Καρδιές.










