Μυρτώ Σταυροπούλου: «Στα νύχια άμμος»

Στο «Ego» φιλοξενούμε τη συγγραφέα κυρία Μυρτώ Σταυροπούλου με αφορμή το βιβλίο της «Στα νύχια άμμος», που κυκλοφορεί από τις Εκδόσεις Κέδρος. Μου άρεσε η γραφή της, οι ήρωες δεν γνωρίζονται, δεν έχουν λόγο να ακουμπήσουν ο ένας τον άλλον, κι όμως συναντιούνται. Και το ενδιαφέρον είναι πως δεν τους ενώνει ένα θεαματικό γεγονός, αλλά μια σειρά από μικροαντικείμενα που μοιάζουν ασήμαντα μέχρι να δεις τι κουβαλούν. Σπόρια, μια κίτρινη πέτρα, αντρικές παντόφλες, ένα μεγάλο δάχτυλο, σταφίδες, ένα ρολόι, ένα κόκκινο κλουβί, μια μαργαρίτα. Πράγματα που, σε άλλη ιστορία, θα περνούσαν σαν λεπτομέρεια. Εδώ γίνονται σημάδια.

Συνέντευξη στη δημοσιογράφο Νεκταρία Βαρσαμή-Πουλτσίδη

Και κάπως έτσι, οι μικρόκοσμοι των τριών δεν μένουν ξεχωριστοί. Συνομιλούν, μπλέκουν, γίνονται κοινό σύμπαν. Το βιβλίο δείχνει πως η μοναξιά δεν φεύγει με ευχές. Θέλει κάτι να την ταράξει, μια συνάντηση, ένα αντικείμενο, ένα κελάηδισμα, έναν άνθρωπο που εμφανίζεται τη σωστή στιγμή και δεν κάνει πίσω.

Συνέντευξη στη δημοσιογράφο Νεκταρία Βαρσαμή Πουλτσίδη

Κυρία Σταυροπούλου, ο τίτλος «Στα νύχια άμμος» πώς γεννήθηκε, ως εικόνα ή ως αίσθηση; Τι λέει για τον άνθρωπο, το ότι κάτι μένει πάνω του ακόμη κι όταν προσπαθεί να το αποτινάξει;

Μ.Σ.: Η άμμος στα νύχια μπορεί να είναι ενοχλητική, συνήθως μόνο αν την παρατηρήσουμε. Αφού προσέξουμε ότι έχει μπει στα νύχια μας, γίνεται ενοχλητική και θέλουμε να την αφαιρέσουμε. Μέχρι όμως να την προσέξουμε είναι εκεί χωρίς κάποια ιδιαίτερη ενόχληση. Ο τίτλος γεννήθηκε και αποτελεί ταυτόχρονα εικόνα κι αίσθηση ή αλλιώς αίσθηση που υπαγορεύεται από την εικόνα. Τα βιώματά μας πάντα γράφουν πάνω μας και μέσα μας. Δεν μπορούμε να τα αποτινάξουμε. Μόνο να τα αφήσουμε να μας διαμορφώσουν μπορούμε και να προσαρμοστούμε στη νέα μας «μορφή».

Γιατί επιλέξατε μια παραθαλάσσια επαρχιακή πόλη; Τι κάνει η θάλασσα στους ανθρώπους σας, τους μαλακώνει, τους ξεσκεπάζει, τους φέρνει πιο κοντά ή τους κάνει να νιώθουν ακόμη πιο μόνοι;

Μ.Σ.: Η θάλασσα μπορεί να κάνει τα πάντα. Να είναι παρηγοριά, να απαλύνει τον πόνο, να ξεπλένει τα βάσανα, να κρύβει μυστικά κι έπειτα να τα αποκαλύπτει. Η θάλασσα έχει μια ανεξήγητη και ανεξάντλητη δύναμη, μπορεί να μας μαγέψει, α

Μυρτώ Σταυροπούλου: «Στα νύχια άμμος»

λά συνάμα να είναι και απειλητική για τη ζωή μας. Πνίγει τόσους ανθρώπους η θάλασσα κι έπειτα τους φανερώνει στην επιφάνειά της ή τους εξαφανίζει για πάντα… Για τους ήρωες του βιβλίου η θάλασσα είναι τελικά αποκαλυπτική μιας ζωής που δεν είχαν φανταστεί. Υποφέρουν από μοναξιά με φόντο τη θάλασσα, μια θάλασσα που τη θεωρούν αυτονόητη, χωρίς να δίνουν και τόση σημασία στην ύπαρξή της∙ είναι απλώς ένα ηχοτοπίο, μια καθημερινή εικόνα. Με αυτή γεννήθηκαν και συνεχίζει να υπάρχει στη ζωή τους, οπότε δεν τους κάνει ιδιαίτερη εντύπωση. Κι όμως, ακριβώς γι’ αυτόν το λόγο την έχουν μέσα τους και τους ορίζει, είναι αναπόσπαστο κομμάτι τους κι ας μην το αντιλαμβάνονται. Σαν να ρέει μέσα τους, λοιπόν, η θάλασσα μπορεί να ασκήσει στους ανθρώπους του βιβλίου μου όλες τις ιδιότητες της. Να τους απομακρύνει από την πατρίδα και να τους φέρει πάλι πίσω σε αυτή, να απαλύνει ή να εντείνει τη μοναξιά τους, να φέρει στην επιφάνεια τα πραγματικά τους συναισθήματα και τους φόβους τους.

 

Η ηλικιωμένη, ο κλόουν, η κοπέλα με τα καναρίνια. Ποιος από τους τρεις σάς ήρθε πρώτος και τι σας ώθησε να τον ακολουθήσετε μέχρι τέλους;

Μ.Σ.: Ο κλόουν ήταν ο πρώτος ήρωας που με οδήγησε να αρχίσω να γράφω. Ήταν αυτή η διττή του φύση, της χαράς και της λύπης, του μοιράσματος με το κοινό και της μοναξιάς μετά την παράσταση. Όποιος έχει δοκιμάσει τη σκηνή του θεάτρου, γνωρίζει πολύ καλά αυτό το συναίσθημα, που σίγουρα είναι και δικό μου κομμάτι. Οπότε ο κλόουν εμφανίστηκε μπροστά μου και με τον πιο δελεαστικό τρόπο μου ζήτησε να τον ακολουθήσω. Και τον ακολούθησα.

Η κοπέλα ακούει κελαηδίσματα που δεν ακούει κανείς άλλος. Όταν γράφατε αυτό το στοιχείο, θέλατε να μιλήσετε για μια ιδιαίτερη ευαισθησία ή για έναν φόβο που δεν βρίσκει λέξεις;

Μ.Σ.: Υπάρχουν άνθρωποι ξεχωριστά ευαίσθητοι, που τους αγγίζουν αισθήσεις και καθημερινά συμβάντα, τα οποία άλλοι δε θα τα πρόσεχαν. Αυτοί για μένα έχουν μια καλλιτεχνική φύση. Και για να πω την αλήθεια θεωρώ ότι όλοι οι άνθρωποι έχουν ευαισθησία μέσα τους, απλώς μπορεί να μην τους δόθηκε ποτέ η ευκαιρία να την εκφράσουν. Η κριτική που μας ασκείται από μικρή ηλικία είναι τέτοια που μπορεί να αφήσει την ευαισθησία μας ανενεργή. Κι όταν η ευαισθησία καταπιέζεται μέσα μας, μπορεί να βρει παράλογους, υπερφυσικούς τρόπους να εκφραστεί. Πάντως, θα βρει σίγουρα διέξοδο και μια εκδοχή της θα μπορούσε να είναι τα κελαηδίσματα καναρινιών που δεν τα ακούει κανείς άλλος. Η ευαισθησία που δε βρίσκει λέξεις, θα μπορούσαμε να πούμε, γίνεται φόβος κι έπειτα μυστικά κελαηδίσματα στο μυαλό μας.

Μυρτώ Σταυροπούλου: Τρεις άγνωστοι, μια πόλη δίπλα στη θάλασσα, και μικρά αντικείμενα που ενώνουν ζωές χωρίς να ζητούν άδεια.

 

Ο νεαρός άντρας δουλεύει ως κλόουν. Πώς δουλέψατε τη διπλή όψη, το γέλιο που προσφέρει και το βάρος που μπορεί να κουβαλά, χωρίς να πέσετε στο εύκολο στερεότυπο;

Μ.Σ.: Κανένας χαρακτήρας δεν είναι μονοδιάστατος. Όπως και στη ζωή, οι χαρακτήρες έχουν πολλές όψεις κι εκφάνσεις. Ο Μάριος είναι ένα πρόσωπο που κρύβει τις αγωνίες και τη θλίψη του κάτω από το προσωπείο του κλόουν, ψάχνοντας τον εαυτό του. Όλοι μας χρησιμοποιούμε, άλλωστε, προσωπεία ανάλογα με τις περιστάσεις της ζωής μας. Ο Μάριος δουλεύτηκε, όπως κάθε χαρακτήρας μου, με προσοχή και ενσυναίσθηση, γιατί κι εκείνος από φόβο αποκλείει την εκδήλωση της ευαίσθητης πλευράς του.

Η ηλικιωμένη παλεύει με τη μοναξιά. Πώς κρατήσατε την παρουσία της ανθρώπινη και όχι «σύμβολο», να τη νιώθουμε ως πρόσωπο και όχι ως ιδέα;

Μ.Σ.: Μοναχικοί άνθρωποι υπάρχουν παντού γύρω μας. Κι η αίσθηση της μοναξιάς, φυσικά, υπάρχει, επίσης, μέσα μας. Ένα σύμβολο ξεκινάει από κάτι πραγματικό. Η ιδέα αντικατοπτρίζεται στα πραγματικά πρόσωπα και στα αντικείμενα.

Τα αντικείμενα είναι πολλά και πολύ συγκεκριμένα. Πότε καταλάβατε ότι αυτή η ιστορία θα μιλήσει μέσα από πράγματα, και όχι μόνο μέσα από λόγια;

Μ.Σ.: Νομίζω προέκυψε φυσικά. Είναι ο τρόπος που η ιστορία βρήκε το δρόμο της μέσα μου. Δεν έγινε εσκεμμένα και μάλλον όχι συνειδητά. Απλώς συνέβη, αβίαστα.

Μυρτώ Σταυροπούλου: «Στα νύχια άμμος»

Αν έπρεπε να διαλέξετε ένα αντικείμενο ως κρυφό κλειδί του βιβλίου, ποιο θα ήταν και γιατί, το σακουλάκι με τα σπόρια, το μεγάλο ρολόι, το κόκκινο κλουβί, η κίτρινη πέτρα, η μαργαρίτα;

Μ.Σ.: Το σακουλάκι με τα σπόρια, γιατι δημιουργεί ένα κρυφό νήμα που διατρέχει όλο το έργο και όλους του χαρακτήρες.

Το κόκκινο κλουβί από μόνο του αποτελεί δύο αντίθετα, φυλάκιση και προστασία. Εσείς τι το θέλατε να είναι μέσα στην ιστορία;

Μ.Σ.: Τα πουλιά μέσα σε κλουβί είναι ένα στενάχωρο θέαμα. Δεν μπορούν να πετάξουν ελεύθερα και χρησιμοποιούνται χωρίς τη θέλησή τους για να τραγουδούν στους ιδιοκτήτες τους. Στην ιστορία οι ήρωες προσπαθούν να τα προστατεύσουν, αναζητώντας το καλύτερο δυνατό περιβάλλον γι’ αυτά μέσα σε συνθήκες αιχμαλωσίας.

Το μεγάλο ρολόι τι μετρά στον κόσμο σας; Τον χρόνο που περνά, τον χρόνο που χάνεται, ή τον χρόνο που δεν γυρίζει πίσω όταν πεις ή δεν πεις κάτι;

Μ.Σ.: Τον χρόνο που περνά και χάνεται, χαράσσοντας τα αόρατα και ορατά σημάδια πάνω μας. Ό,τι ειπωθεί ελευθερώνεται για πάντα, ό,τι αποσιωπηθεί κρύβεται βασανιστικά μέσα μας.

Το ασυνήθιστα μεγάλο δάχτυλο ποδιού ξαφνιάζει. Γιατί το κρατήσατε; Τι κάνει αυτό το παράξενο στοιχείο, σπάει τη σοβαρότητα, ανοίγει ρωγμή, ή δείχνει πως το αλλόκοτο υπάρχει μέσα στο καθημερινό;

Μ.Σ.: Το αλλόκοτο μπορεί να εμφανίζεται μέσα στο καθημερινό και σποραδικά να μας ξαφνιάζει. Κι έτσι μας υπενθυμίζει μια διάσταση των πραγμάτων που δεν μπορούμε να ελέγξουμε ή να εξηγήσουμε∙ απλώς χρειάζεται να την αφήσουμε να υπάρχει ανεξήγητη και παράξενη δίπλα μας ή μπορούμε ίσως να την αξιοποιήσουμε ως πηγή έμπνευσης.

Λέτε πως οι μικρόκοσμοι των τριών συνενώνονται και γίνεται κοινό σύμπαν. Πώς γράφεται αυτή η ένωση χωρίς να χαθεί η μοναδικότητα του καθενός, χωρίς να λιώσουν όλοι σε ένα;

Μ.Σ.: Είναι όπως στις ανθρώπινες σχέσης. Μπορούμε να συνδεθούμε χωρίς να χάσουμε τον εαυτό μας. Ένα κομμάτι μας το δίνουμε στον άλλον, τον σύντροφο, τον φίλο, τον γονιό… Δε λιώνουμε μαζί του, μοιραζόμαστε διατηρώντας την αυτονομία μας. Έτσι, συμβαίνει και με τα πρόσωπα του έργου.

Οι τρεις συναντιούνται απροσδόκητα. Για εσάς οι συναντήσεις είναι τύχη ή ανάγκη; Είναι κάτι που μας συμβαίνει ή κάτι που το προκαλούμε όταν δεν αντέχουμε άλλο να είμαστε μόνοι;

Μ.Σ.: Η μοναξιά θεραπεύεται μέσω της συντροφικότητας. Ο άνθρωπος έχει ανάγκη τη συντροφικότητα, τις συναντήσεις, έχει ανάγκη να ανήκει κάπου, να μοιράζεται, να αναπτύσσεται μέσα σε ένα ανθρώπινο σύνολο που τον αποδέχεται, τον στηρίζει. Κάποιες φορές η μοναξιά έρχεται απροσδόκητα και τότε αναζητώντας λίγη τύχη προσπαθούμε να βρεθούμε πλάι σε ανθρώπους με τους οποίους έχουμε κοινό συναισθηματικό και επικοινωνιακό κώδικα. Μπορεί να βρεθούμε κοντά τους από καθαρή τύχη, έπειτα από αποτυχημένες προσπάθειες ή χωρίς καμία προσπάθεια. Όταν τους βρούμε πάντως, ανάβει μέσα μας εκείνη η φλόγα της χαράς του μαζί, γιατί προϋπήρχε η επιθυμία για συντροφικότητα συνειδητά ή ασυνείδητα.

Αν ο αναγνώστης κλείσει το βιβλίο και του μείνει μία εικόνα να τον ακολουθεί σαν άμμος στα νύχια, ποια θα θέλατε να είναι;

Μ.Σ.: Η εικόνα των τριών φίλων σαν σε καρτ ποστάλ με παστέλ χρώματα στην πρωινή παραλία, με τον ήχου του γέλιου τους να αντηχεί.

Μυρτώ Σταυροπούλου: «Στα νύχια άμμος»

Πιστεύετε ότι η δύναμη της λογοτεχνίας μπορεί από μόνη της να αναδιαμορφώσει τον τρόπο με τον οποίο οι άνθρωποι βλέπουν τα βιβλία και την ανάγνωση; Ποια είναι η δική σας άποψη;

Μ.Σ.: Για να συμβεί αυτό θα χρειαστεί κάποιος που για παράδειγμα δε διαβάζει λογοτεχνία να δώσει μια ευκαιρία σε κάποιο βιβλίο για κάποιο λόγο. Η αφορμή μπορεί να είναι ένα βιβλίο που του έκαναν δώρα, μια ταινία που βασίστηκε σε βιβλίο, ένα ενδιαφέρον εξώφυλλο και πολλοί άλλοι λόγοι. Αν αυτό το βιβλίο κάνει αυτόν τον άνθρωπο να βιώσει μια ξεχωριστή εμπειρία επειδή το βιβλίο άγγιξε μια ευαίσθητη χορδή μέσα του, υπάρχει περίπτωση να ξαναδώσει ευκαιρία και σε κάποιο άλλο βιβλίο. Υπάρχει μια πιθανότητα, θεωρώ, να ενεργοποιηθεί το ενδιαφέρον για την ανάγνωση και τα βιβλία μέσω της ίδιας της λογοτεχνίας, αλλά μάλλον θα χρειστεί να προηγηθεί μια ισχυρή αφορμή για να «πεισθεί» ο άνθρωπος αυτός να διαβάσει ένα βιβλίο. Κι αν είναι τυχερός και το βιβλίο τον συνεπάρει, ίσως να αλλάξει και ο τρόπος που βλέπει την ανάγνωση λογοτεχνικών βιβλίων.

 

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΑ