Το egomagazine.gr στο σπίτι που έζησε η Έμιλυ Μπροντέ, η συγγραφέας του αριστουργήματος, «Ανεμοδαρμένα Ύψη»

Της Θεοφανίας Ανδρονίκου Βασιλάκη

Για κάποιον περίεργο, ή καρμικό λόγο, επισκεφθήκαμε (τυχαία) το Χάουορθ στις 19 Δεκεμβρίου, την ημερομηνία του θανάτου της Έμιλυ Μπροντέ, μόλις στα 30 της χρόνια…

Η ιδέα ήταν της Σοφίας, της φίλης μου που μένει μόνιμα στην Βρετανία και συγκεκριμένα στο Λιντς, στο Γιόρκσάιρ. Όπως μου είπε, σχεδίασε την εκδρομή σίγουρη πως θα ενθουσιαστώ μιας και είμαι συγγραφέας και θα με ενδιέφερε να δω που έζησε ένας θρύλος της λογοτεχνίας, όπως η Έμιλυ Μπροντέ της οποίας το μοναδικό βιβλίο, τα «Ανεμοδαρμένα Ύψη», λάτρεψα από την εφηβεία μου.

Για καλή μας τύχη, ο καιρός ήταν τέλειος, ανεκτή θερμοκρασία χωρίς βροχή, που την προηγούμενη μέρα στο Γιορκ μας ανάγκασε να μην αποχωριστούμε καθόλου τις ομπρέλες μας.

Το Χάουορθ είναι χτισμένο σε βουνό. Το χωριό εμφανίζεται σιγά-σιγά, μέσα από έναν πετρόκτιστο δρόμο που ανηφορίζει, με σπίτια κολλημένα το ένα δίπλα στο άλλο. Περπατήσαμε την ανηφόρα θαυμάζοντας τα γραφικά σπιτάκια, τα μαγαζιά, την ασύλληπτη θέα μπροστά και πίσω μας φτάνοντας στην κορυφή όπου μας περίμενε το σπίτι της οικογένειας Μπροντέ.

Αυτό που πραγματικά με ανατρίχιασε περνώντας την εκκλησία όπου εφημέριος ήταν ο πατέρας της Εμιλυ, είναι ότι το πρώτο πράγμα που κοιτάς δεν είναι το σπίτι των Μπροντέ, αλλά το νεκροταφείο μπροστά του. Αυτό ήταν και η πηγή μόλυνσης που σκόρπισε τον θάνατο στην οικογένεια.

Το νεκροταφείο μπροστά στο σπίτι

Το νεκροταφείο απλώνεται ακριβώς μπροστά από το πρεσβυτέριο.. Οι τάφοι είναι πυκνοί, παλιοί, φθαρμένοι. Οι ταφόπλακες έχουν σκουρύνει από την υγρασία και τον χρόνο. Ορισμένες έχουν γείρει, άλλες είναι σχεδόν αδύνατο να διαβαστούν.

Η Σοφία μας εξηγεί ότι τον 19ο αιώνα το νεκροταφείο αυτό ήταν υπερκορεσμένο. Οι ταφές γίνονταν η μία πάνω στην άλλη. Τα υπόγεια ύδατα περνούσαν μέσα από το χώμα και κατέληγαν στις πηγές του χωριού. Η μόλυνση ήταν αναπόφευκτη. Η φυματίωση, ο τύφος, οι λοιμώξεις ήταν καθημερινότητα. Όλες οι αδελφές Μπροντέ -και ο αδελφός τους,  πέθαναν νέοι, η μία μετά την άλλη και τον άλλον, αφήνοντας στο πέρασμά τους μελαγχολικά, αιχμηρά αριστουργήματα. Επισήμως, όλες έπασχαν από φυματίωση ή επιπλοκές της ασθένειας, και ανεπισήμως, όλες και όλοι πέθαναν από θλίψη, αλλά όπως έγινε γνωστό πρόσφατα, προφανώς υπήρχε ένας πολύ ρεαλιστικός και σοβαρός παράγοντας που συνέβαλε στις δια βίου ασθένειες και τους πρόωρους θανάτους τους και αυτός είναι ότι πέρασαν τη ζωή τους πίνοντας μολυσμένο νερό από το νεκροταφείο.

Το πρεσβυτέριο των Μπροντέ

Πίσω από το νεκροταφείο στέκεται το πρεσβυτέριο. Ένα αυστηρό, πέτρινο σπίτι, χωρίς καμία αίσθηση ρομαντισμού όπως τα περισσότερα σπίτια στην Βρετανία. Δεν θυμίζει σπίτι συγγραφέων, αλλά σπίτι ανθρώπων που έπρεπε απλώς να αντέξουν τη ζωή τους εκεί.

Από τα παράθυρα φαίνονται οι τάφοι. Από την πίσω πλευρά, τα υψίπεδα και τα ατελείωτα λιβάδια. Το σπίτι φαίνεται να ήταν ταυτόχρονα καταφύγιο και φυλακή.

Εδώ έζησε η Έμιλυ Μπροντέ. Εδώ έγραψε το μοναδικό της μυθιστόρημα. Και από εδώ έφυγε για να ταφεί λίγα μέτρα πιο πέρα.

Η καθημερινότητα στο πρεσβυτέριο

Το πρεσβυτέριο στο Χάουορθ δεν ήταν σπίτι με άνεση ή πολυτέλεια. Ήταν μεγάλο για την εποχή, αλλά λιτό. Οι τοίχοι ήταν πέτρινοι, βαμμένοι σε χρώματα ουδέτερα, χωρίς διακόσμηση. Το ξύλινο πάτωμα τριζολογούσε κάτω από τα βήματα των παιδιών. Τα δωμάτια ήταν απλά, με μεγάλα τζάκια που κρατούσαν λίγη ζεστασιά κατά τους χειμώνες του Γιορκσάιρ, όπου η υγρασία και ο αέρας ήταν πανταχού παρόντες.

Ο πατέρας τους, Πάτρικ Μπροντέ, ήταν αυστηρός, βαθιά θρησκευόμενος και πειθαρχημένος. Κληρικός της αγγλικανικής εκκλησίας, πίστευε στην αυστηρή διαπαιδαγώγηση και στην πνευματική καλλιέργεια, αλλά με έμφαση στην αυτοσυγκράτηση και την υπακοή. Η μέρα στο πρεσβυτέριο ξεκινούσε νωρίς. Τα παιδιά έπρεπε να σηκωθούν με το πρώτο φως και να συμμετάσχουν σε πρωινή προσευχή και μελέτη. Ο Πάτρικ επέβλεπε προσωπικά την ανάγνωση, τη γραφή και την προσευχή τους, διασφαλίζοντας ότι δεν υπήρχε καμία απόκλιση από το πρόγραμμα.

Η πειθαρχία ήταν αυστηρή, αλλά όχι πάντα ορατή ως βία. Συχνά εκφραζόταν μέσα από σιωπή, αποδοκιμασία ή κριτική. Τα παιδιά γνώριζαν ότι κάθε παράλειψη, κάθε λάθος, θα γινόταν αντιληπτό και θα συνοδευόταν από παρατήρηση που δεν άφηνε περιθώριο διαλόγου. Αυτή η αυστηρότητα ήταν μέρος της καθημερινότητάς τους και εν μέρει διαμόρφωνε το μοναχικό, εσωστρεφές χαρακτήρα της Έμιλι.

Οι δημόσιες τουαλέτες και οι συνθήκες υγιεινής

Στη δεκαετία του 1820–1840, η έννοια της ιδιωτικής τουαλέτας ήταν σχεδόν ανύπαρκτη, ακόμη και για κληρικούς. Το πρεσβυτέριο διέθετε μόνο δημόσιες τουαλέτες, δηλαδή εξωτερικές μικρές κατασκευές κοντά στο πίσω μέρος του σπιτιού. Το κρύο ήταν διαπεραστικό, και το νερό συχνά περιορισμένο. Οι συνθήκες ήταν πρωτόγονες για σήμερα. Η υγρασία και οι μολύνσεις ήταν συχνές. Τα παιδιά έπρεπε να χρησιμοποιούν αυτές τις τουαλέτες ακόμα και τον χειμώνα, περνώντας μέσα από την αυλή που συχνά ήταν γεμάτη λάσπη ή χιόνι. Η καθημερινή ζωή ήταν έτσι πάντα λίγο επικίνδυνη για την υγεία.

Το νερό για το πλύσιμο προερχόταν από ένα πηγάδι στην αυλή, το οποίο δεν ήταν καθαρό, καθώς το νερό επηρεαζόταν από το νεκροταφείο. Οι ασθένειες ήταν αναπόφευκτες. Η οικογένεια έχασε τα μεγαλύτερα παιδιά της από φυματίωση και τύφο – μια τραγωδία που καθόρισε όλη τη ζωή των υπολοίπων.

 

Οι μικρές ελευθερίες των παιδιών

Παρά την αυστηρότητα, υπήρχαν στιγμές χαλάρωσης και ελευθερίας. Τα παιδιά είχαν λίγες ώρες για παιχνίδι στην αυλή και στον περιβάλλοντα χώρο, αλλά η φύση του Χάουορθ – οι λόφοι, τα λιβάδια, τα υψίπεδα – τους πρόσφερε απέραντους χώρους για εξερεύνηση. Εκεί περπατούσε η Έμιλι ώρες, ατενίζοντας τον άνεμο να χτυπά τα λιβάδια και να δημιουργεί τον ήχο που θα εμπνεόταν για τα Ανεμοδαρμένα Ύψη.

Το παιχνίδι δεν ήταν ποτέ αδιάφορο ή ανέμελο. Τα παιδιά ανακάλυπταν από νωρίς τη ζωή και τον θάνατο, το σκληρό περιβάλλον και την ανθρώπινη αδυναμία. Η φαντασία τους έγινε καταφύγιο, και τα παραμύθια που έφτιαχναν εξελίχθηκαν σε ολοκληρωμένους φανταστικούς κόσμους, όπως η Άνγκρια και το Γκόνταλ.

Ο ρόλος του πατέρα στην εκπαίδευση

Ο Πάτρικ Μπροντέ θεωρούσε ότι η πνευματική ανάπτυξη και η αυτοπειθαρχία ήταν πιο σημαντικά από οτιδήποτε άλλο. Έμαθε στα παιδιά να διαβάζουν και να γράφουν, να μελετούν την Αγία Γραφή, κλασικά έργα και σύγχρονη λογοτεχνία. Ήταν εκείνος που επέλεξε τα πρώτα βιβλία τους, έλεγχε τα τετράδια και τα ποιήματά τους και ενθάρρυνε τις κόρες του να γράφουν ιστορίες, αν και με περιορισμένη κοινωνική έκθεση.

Η αυστηρότητά του εκφράζονταν και μέσα από τις καθημερινές συνήθειες: καθαριότητα, προγραμματισμός, υπακοή. Κάθε μέρα είχε καθορισμένο πρόγραμμα από το πρωί μέχρι το βράδυ. Τα παιδιά δεν μπορούσαν να ξεφύγουν, αλλά μέσα σε αυτό το πλαίσιο αναδείχθηκε η δημιουργικότητά τους.

Οι σχέσεις μεταξύ των παιδιών

Η αδελφική σχέση ήταν τόσο βαθιά όσο και φορτισμένη. Η Σάρλοτ ήταν η πιο ώριμη, η Έμιλι η πιο εσωστρεφής, η Ανν η πιο ευαίσθητη, και ο Μπράνγουελ ο πιο ασταθής. Η απουσία της μητέρας και η αυστηρότητα του πατέρα τους ανάγκαζε τα παιδιά να βρουν υποστήριξη μεταξύ τους. Η δημιουργία των φανταστικών βασιλείων και οι ιστορίες τους δεν ήταν μόνο παιχνίδι· ήταν τρόπος επιβίωσης μέσα στην αυστηρή καθημερινότητα.

Ο Μπράνγουελ, με την ασταθή του φύση και την τελική του πτώση στον αλκοολισμό, ήταν η σκοτεινή σκιά στο σπίτι. Παρότι αγαπητός, η παρουσία του δημιουργούσε ένταση. Οι αποτυχίες του και οι αυτοκαταστροφικές του συνήθειες επηρέαζαν όλη την οικογένεια.

 

Η οικογένεια Μπροντέ – Οι πρώτες απώλειες

Η Έμιλυ Τζέιν Μπροντέ γεννήθηκε  στις 30 Ιουλίου του 1818. Ήταν το πέμπτο από τα έξι παιδιά του Πάτρικ Μπροντέ και της Μαρίας Μπράνγουελ. Η μητέρα τους πέθανε το 1821 από καρκίνο στη μήτρα, όταν η Έμιλι ήταν μόλις τριών ετών. Η απουσία της μητέρας σημάδεψε όλη την οικογένεια.

Τον ρόλο της ανέλαβε η θεία τους, Ελίζαμπεθ Μπράνγουελ. Ήταν μια γυναίκα αυστηρή, θρησκευόμενη, χωρίς ιδιαίτερη συναισθηματική εκφραστικότητα. Στόχος της ήταν να μεγαλώσουν τα παιδιά και να μην πεθάνουν, όπως τόσοι άνθρωποι εκείνη την εποχή από τύφο ή φυματίωση. Τα παιδιά δεν μεγάλωσαν με αγάπη και τρυφερότητα, αλλά με αυστηρότητα και θρησκευτική εμμονή. Η μόνη τους διαφυγή, οι ατέλειωτες βόλτες στους βάλτους και τα βράδια γύρω από το τζάκι όπου οι τρεις μικρότερες αδελφές έγραφαν ασταμάτητα.

 

Οι δύο μεγαλύτερες κόρες της οικογένειας, η Μαρία και η Ελίζαμπεθ, στάλθηκαν σε οικοτροφείο για κόρες κληρικών. Οι συνθήκες εκεί ήταν άθλιες. Κακή διατροφή, κρύο, υγρασία, πειθαρχία. Και οι δύο αρρώστησαν βαριά. Η Μαρία, η οποία μπορεί στην πραγματικότητα να είχε φυματίωση, στάλθηκε σπίτι της όπου και πέθανε. Στη συνέχεια, η Έμιλυ απομακρύνθηκε από το σχολείο μαζί με την Σάρλοτ και την Ελίζαμπεθ. Η Ελίζαμπεθ πέθανε λίγο μετά την επιστροφή τους στο Χάουρθ. Γύρισαν δηλαδή στο σπίτι τους μόνο για να πεθάνουν.

Η φυματίωση είχε ήδη μπει στη ζωή της οικογένειας.

Η ζωή στο σπίτι και το τραπέζι της γραφής

Οι τέσσερις που απέμειναν –Σάρλοτ, Μπράνγουελ, Έμιλι και Ανν– εκπαιδεύτηκαν στο σπίτι. Το πρεσβυτέριο έγινε σχολείο, σπίτι, τρόπος διαφυγής αλλά και έκφρασης.

Στην τραπεζαρία υπήρχε ένα απλό ξύλινο τραπέζι. Εκεί έγραφαν και οι τρεις αδελφές, κάθε μέρα για ώρες ολόκληρες συγκεντρωμένες γύρω από το τζάκι σε μικρά γράμματα, εξοικονομώντας χαρτί.

Η Έμιλι ήταν η πιο σιωπηλή από όλες, εσωστρεφής αλλά με πολλές ανησυχίες. Ήταν βαθιά δεμένη με το τοπίο έξω από το χωριό και  περπατούσε καθημερινά στα υψίπεδα γύρω από το Χάουορθ. Ο άνεμος, η απομόνωση, η απουσία ανθρώπων ήταν ο φυσικός της χώρος. Δεν άντεχε την πόλη. Όποτε απομακρυνόταν από το σπίτι, αρρώσταινε.

Το Σεπτέμβριο του 1838, η Έμιλυ έγινε δασκάλα στο σχολείο Law Hill στο Χάλιφαξ. Όμως η υγεία της κλονίστηκε από την πίεση της 17ωρης καθημερινής εργασίας και τον Απρίλιο του 1839 επέστρεψε στο σπίτι της. Εκεί έμαθε να παίζει πιάνο και διδάχθηκε γερμανικά μέσα από βιβλία.

Στις Βρυξέλλες

Το 1842, η Έμιλυ συνόδευσε τη Σάρλοτ στις Βρυξέλλες, όπου παρακολούθησαν μαθήματα στο Οικοτροφείο Εγκέρ. Σχεδίαζαν να τελειοποιήσουν τα γαλλικά και τα γερμανικά τους μιας και ονειρεύονταν να ανοίξουν το δικό τους σχολείο. Η επίδοση των δύο Αγγλίδων μαθητριών τράβηξε την ιδιαίτερη προσοχή του κυριότερου διδασκάλου, του Κωνσταντάν Εγκέρ. Από αυτή την περίοδο σώζονται εννέα από τα γαλλικά δοκίμια της Έμιλυ. Μετά από οκτώ μήνες, όμως, οι σπουδές τους σταμάτησαν απότομα, με το θάνατο της θείας τους, και οι αδελφές επέστρεψαν αναγκαστικά στην Αγγλία.

Η Σάρλοτ ήταν γενικά ευχαριστημένη στις Βρυξέλλες, όμως η Έμιλυ νοσταλγούσε το σπίτι και τον αέρα του κάμπου.

Η Ελίζαμπεθ Μπράνγουελ άφησε στις ανιψιές της ένα χρηματικό ποσό που τους έφερε κάποια οικονομική άνεση. Οι αδελφές Μπροντέ προσπάθησαν να ανοίξουν σχολείο στο σπίτι τους, αλλά δεν μπορούσαν να προσελκύσουν μαθητές σ’ αυτή την απομακρυσμένη περιοχή.

 

Το 1844, η Έμιλυ ξεκίνησε να καταγράφει τακτοποιημένα όλα τα ποιήματα που είχε γράψει, σε δύο σημειωματάρια. Το ένα ονομάστηκε Τα Ποιήματα του Γκόνταλ (Gondal Poems) ενώ το άλλο έμεινε χωρίς ετικέτα. Διάφοροι μελετητές προσπάθησαν από αυτά τα ποιήματα να συναρμολογήσουν μία ιστορία και ένα χρονικό για το Γκόνταλ. Το φθινόπωρο του 1845, η Σάρλοτ ανακάλυψε τα τετράδια της αδελφής της και επέμενε ότι τα ποιήματα πρέπει να εκδοθούν. Η Έμιλυ, έξαλλη με την παραβίαση της ιδιωτικής της ζωής, αρχικά αρνήθηκε, αλλά υποχώρησε όταν η Ανν έφερε τα δικά της γραπτά και αποκάλυψε ότι κι εκείνη είχε γράψει ποιήματα στα κρυφά.

 Οι εκδόσεις με αντρικά ονόματα

 

Το 1846, τα ποιήματα των αδελφών Μπροντέ εκδόθηκαν σε ένα βιβλίο με τίτλο Ποιήματα των Κάρρερ, Έλλις, και Άκτον Μπελ (Poems by Currer, Ellis, and Acton Bell). Για την έκδοση αυτή, οι αδελφές Μπροντέ υιοθέτησαν ψευδώνυμα: η Σάρλοτ διάλεξε το όνομα Κάρρερ Μπελ, η Έμιλυ το Έλλις Μπελ και η Ανν το Άκτον Μπελ. Οι ίδιες δεν θέλανε να φανερώσουν ότι είναι γυναίκες, γιατί είχαν μία αόριστη εντύπωση ότι οι γυναίκες συγγραφείς αντιμετωπίζονταν με προκατάληψη. Στη συλλογή αυτή, η Έμιλυ συμμετείχε με 21 ποιήματα, όσα και η Ανν, ενώ η Σάρλοτ συμμετείχε με 20. Αν και αρκετούς μήνες μετά την έκδοση είχαν πουληθεί μόνο δύο αντίτυπα, οι αδελφές Μπροντέ δεν αποθαρρύνθηκαν καθώς οι κριτικές που απέσπασαν από τα λογοτεχνικά περιοδικά ήταν θετικές.

Τα Ανεμοδαρμένα Ύψη

Το 1847 εκδόθηκαν τα «Ανεμοδαρμένα Ύψη». Το βιβλίο προκάλεσε σοκ. Οι χαρακτήρες ήταν σκληροί, τα πάθη ανεξέλεγκτα. Οι κριτικοί δεν το κατανόησαν. Παρά το γεγονός ότι έλαβε ανάμεικτες κριτικές όταν πρωτοκυκλοφόρησε και συχνά κατηγορήθηκε για απεικόνιση ανήθικου πάθους, στη συνέχεια αναδείχτηκε σε ένα από τα κλασικά έργα της αγγλικής λογοτεχνίας. Το 1850, η Σάρλοτ επεξεργάστηκε και εξέδωσε τα Ανεμοδαρμένα Ύψη ως αυτόνομο μυθιστόρημα και με το πραγματικό όνομα της Έμιλυ. Αν και μία επιστολή από τον εκδότη της δείχνει ότι η Έμιλυ τελείωνε ένα δεύτερο μυθιστόρημα, το χειρόγραφο δεν έχει βρεθεί ποτέ.

Ο αλκοολικός αδελφός Μπράνγουελ

Ο Μπράνγουελ Μπροντέ ήταν ο μοναδικός γιος της οικογένειας. Είχε ταλέντο στη ζωηραφική και μεγάλες  φιλοδοξίες, αλλά και έντονη αστάθεια. Απέτυχε επαγγελματικά, ερωτεύτηκε μια παντρεμένη, και κατέφυγε στο αλκοόλ και το όπιο. Η παρουσία του στο σπίτι ήταν βαριά. Οι εκρήξεις του, οι τύψεις, η αυτοκαταστροφή του επηρέαζαν όλους.

Η Σοφία μας δείχνει το δωμάτιό του. Είναι μικρό, σκοτεινό. Ένας χώρος που μοιάζει ακόμη φορτισμένος. Ο Μπράνγουελ πέθανε το 1848, εξαντλημένος από την κατάχρηση και τη φυματίωση. Η Έμιλι πήγαινε πολλές φορές να τον βρει στο χάνι όπου μεθούσε ώσπου να λιποθυμήσει και τον βοηθούσε να ανέβει την ανηφόρα μέχρι το σπίτι τους.

Η αρρώστια και το τέλος

Μετά τον θάνατο του Μπράνγουελ, η υγεία της Έμιλυ κατέρρευσε.  Αρρώστησε βαριά και  αρνήθηκε  να τη δει γιατρός και βυθίστηκε για μια ακόμη φορά στις μακριές σιωπές της. Στις 19 Δεκεμβρίου 1848, επέμεινε να σηκωθεί από το κρεβάτι και να ντυθεί κι ύστερα κάθισε δίπλα στη φωτιά στο δωμάτιό της για να χτενίσει τα πλούσια και μακριά μαλλιά της. Η χτένα της έπεσε μέσα στις φλόγες και, καθώς δεν είχε δυνάμεις να την πιάσει, η κάμαρα άρχισε να γεμίζει σιγά σιγά με τη μυρωδιά του καμένου κόκαλου. Ύστερα κατέβηκε στο σαλόνι κι εκεί, καθισμένη στον καναπέ, πέθανε στις δύο η ώρα το απόγευμα, αφού αρνήθηκε ακόμη μία φορά να γυρίσει στο κρεβάτι της. Ήταν μόνο 30 χρονών…

Η εκκλησία και ο οικογενειακός τάφος

Η εκκλησία του Αγίου Μιχαήλ και Πάντων Αγγέλων βρίσκεται δίπλα στο σπίτι. Μέσα, στο δάπεδο, βρίσκονται οι τάφοι της οικογένειας Μπροντέ. Δεν υπάρχουν αγάλματα, μόνο πλάκες με ονόματα που πλέον δεν φαίνονται τα γράμματα τους. Όλη η οικογένεια θαμμένοι ο ένας δίπλα στον άλλο.

Στο σπίτι της Έμιλυ

Η Σοφία μας ξεναγούσε από το ένα δωμάτιο στο άλλο και ειλικρινά ήταν σα να βλέπαμε γύρω μας τις μορφές από τα μέλη της οικογένειας. Το σπίτι είναι άθικτο και ας πέρασαν σχεδόν δυο αιώνες από τότε που ζούσαν εδώ. Κάθε βήμα στην εξερεύνηση μας ήταν και μια μικρή συναισθηματική έκπληξη. Θα αφήσω γι αυτό να σας μιλήσουν τα βίντεο και οι φωτογραφίες του άρθρου. Και ναι… τολμήσαμε και δοκιμάσαμε τα ρούχα που δίνονται στους επισκέπτες από εκείνη την εποχή χωρίς βέβαια να γνωρίζω αν ήταν δικά τους, ή απλά εξυπηρετούν τις ανάγκες των τουριστών που κατά φτάνουν εδώ κατά χιλιάδες.

Φεύγοντας από το Χάουορθ

Βγήκαμε από το σπίτι της οικογένειας αμίλητοι και καθίσαμε στα παγκάκια έξω από αυτό κοιτάζοντας την υπέροχη θέα. Λίγο αργότερα προχωρήσαμε προς το χωριό όπου επισκεφθήκαμε κάποια τοπικά μαγαζιά, φάγαμε και ήπιαμε καφέ, σα να μην θέλαμε να αποχωριστούμε το Χάουροθ.

Για μένα μια από τις όμορφες ταξιδιωτικές μου εμπειρίες και εύχομαι να σας δοθεί κάποτε η ευκαιρία να τη βιώσετε και εσείς.

ΔΕΙΤΕ ΠΑΡΑΚΑΤΩ ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΕΣ ΚΑΙ ΒΙΝΤΕΟ ΑΠΟ ΤΗΝ ΕΚΔΡΟΜΗ ΜΑΣ ΣΤΟ ΧΑΟΥΡΘ

 

https://youtube.com/shorts/jUMtjqQxZlY?si=RcjCIHK1P7Nuoxsa

 

 

 

 

 

 

 

 

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΑ