Στo «ego magazine» φιλοξενούμε τη δημοσιογράφο, παρουσιάστρια και συγγραφέα κυρία Βάλια Πετούρη με αφορμή το μυθιστόρημά της «Από μένα αντίο», που κυκλοφορεί από τις Εκδόσεις Μίνωας. Ένα βιβλίο που ξεκινά από τον Μάη του ’68 στη Σορβόννη και φτάνει ως τη Μεταπολίτευση και την Ελλάδα που αλλάζει πρόσωπο, ενώ στον πυρήνα του ανατέμνει μια σχέση που δεν άντεξε μόνο τον χρόνο, αλλά και τα μυστικά γύρω της.
Συνέντευξη στη δημοσιογράφο Νεκταρία Βαρσαμή-Πουλτσίδη
Με τον τίτλο «Από μένα αντίο» δηλώνετε ένα τέλος που έχει υπογραφή και ευθύνη. Τι είναι αυτό το «αντίο» στο μυθιστόρημά σας και σε ποιον τελικά απευθύνεται περισσότερο: σε έναν άνθρωπο, σε μια εποχή ή σε μια εκδοχή του εαυτού που δεν μπορούσε να συνεχίσει;
Β.Π.: Χαίρομαι, που αντιληφθήκατε, ότι το αντίο δεν αφορά μόνο ένα πρόσωπο, αλλά ένα κομμάτι του εαυτού μας, είτε αυτό τοποθετείται σε μια εποχή, είτε αντανακλάται σε κάποιο πρόσωπο. Στο μυθιστόρημά μου το Αντίο προσωποποιείται και ο αναγνώστης, από τις πρώτες κιόλας σελίδες γνωρίζει, ότι θα ειπωθεί μαζί με έναν ιδιόρρυθμο φόνο, όμως θα πρέπει να φτάσει στο τέλος του βιβλίου για να πληροφορηθεί ποιόν ή ποιά αφορά, καθώς όλοι μου οι ήρωες είναι υποψήφιοι θήτες αλλά και θύματα.
Επιλέγετε τη Σορβόννη και τον Μάη του ’68 ως αφετηρία. Τι σας πρόσφερε αυτή η ιστορική θερμοκρασία για να γεννηθεί η σχέση της Μαρίνας και του Άλκη, και πώς δουλέψατε το «πολιτικό» ώστε να μην λειτουργεί ως ντεκόρ, αλλά ως δύναμη που αλλάζει τους ανθρώπους;
Β.Π.: Ο Μάης του 68 είναι, κατά τη γνώμη μου, η σημαντικότερη επαναστατική πράξη του 20ου αιώνα, που άφησε ανεξίτηλη τη σφραγίδα του στις μετέπειτα πολιτικές εξελίξεις. Συμβάδισε με το κίνημα των χίπις και το Γούνστοκ στην Αμερική, ενώ, μεταξύ άλλων, επηρέασε το φοιτητικό κίνημα και την εξέγερση του Πολυτεχνείου στην Ελλάδα. Φανταστείτε λοιπόν τη δύναμη της παρέμβασης στην ιστορία, μέσα από τον ενθουσιώδη και δραματικό ψυχισμό της νεολαίας, συνεπικουρούμενη από την αχλύ της διανόησης στο Παρίσι. Θεωρώ τυχερή εκείνη τη γενιά, που μπόρεσε να ζήσει αυτά τα γεγονότα, αλλά και ιδανικό περιβάλλον για να γεννηθεί ένας μεγάλος-γερά σφυριλατημένος έρωτας, όπως αυτός του Άλκη και της Μαρίνας.

Ο Άλκης είναι ψυχαναλυτής και καθηγητής, με δημόσια πολιτική θέση και με μια εξορία που δεν είναι επιλογή. Πώς χτίσατε έναν άντρα που «διαβάζει» τους άλλους, αλλά ταυτόχρονα δοκιμάζεται από τα δικά του τυφλά σημεία; Και τι ρόλο παίζει η ψυχανάλυση μέσα στην αφήγηση: γνώση, εξουσία ή μια προσπάθεια να αντέξει κανείς το χάος;
Β.Π.: Θα αρχίσω από το τελευταίο. Η γνώση συμβολίζει τη δύναμη και οι ανθρώπινες σχέσεις κινούνται αναμφισβήτητα πάνω στον καμβά της εξουσίας. Πολύ περισσότερο ο έρωτας, που αποτελεί το πιο σύνθετο παζλ. Σε δοκιμάζει, σε αποκαλύπτει, σε ξεγυμνώνει ακόμα και απέναντι στον ίδιο σου τον εαυτό. Στην συγκεκριμένη περίπτωση ο Άλκης χρησιμοποιεί την ψυχανάλυση, ως όπλο απέναντι στην γοητεία, που ασκεί πάνω του η Μαρίνα, όμως το κέντρο βάρους της ισορροπίας μιας σχέσης μετατοπίζεται διαρκώς, όταν τα δύο μέρη είναι ανήσυχα και απαιτητικά. Παρά το νεαρό της ηλικίας της, η Μαρίνα τον εξουσιάζει κι εκείνη από την πλευρά της. Τον κρατά δέσμιο, όχι μόνο με την ομορφιά της, αλλά και με το ασυμβίβαστο και ανήσυχο πνεύμα, που κουβαλά. Ό Άλκης, ο οποίος από την πλευρά του κουβαλά βαθιά σκοτάδια μέσα στην ψυχή του, χρειάζεται, όπως ο ανθρώπινος οργανισμός, το οξυγόνο, το φως που αντανακλά η προσωπικότητά της, γιατί αυτό κάνει τις σκιές του να εξαφανίζεται και τον κόσμο του να γίνεται καλύτερος. Ναι, διαβάζει με επιτυχία τους άλλους, όχι όμως και τον εαυτό του…
“Χαλεπόν Εαυτόν Γνώναι (Είναι δύσκολο να γνωρίζει κανείς τον εαυτό του)” έλεγε ο Θαλής ο Μιλήσιος και ο διάσημος ψυχίατρος Λεό Μπουσκάλια υποστηρίζει, ότι το πιο δύσκολο πράγμα είναι να είσαι ο εαυτός σου, συνδέοντας αυτή την επιθυμία με τις εξωτερικές πιέσεις. Το ίδιο και ο Κάρυ Γκράντ: The hardest thing is to play yourself (Το πιο δύσκολο πράγμα είναι να παίξεις τον εαυτό σου), έλεγε.
Έτσι και ο ήρωάς μου, αν παραδεχθεί πραγματικά, ποιός είναι, θα πρέπει μαζί να αποδομήσει και το μητρικό πρότυπο, κάτι που δεν τολμά μέχρι τη στιγμή, που θα αναγκαστεί να επιλέξει αυτή την άβολη κατάσταση μπροστά στον κίνδυνο να χάσει τον έρωτα της ζωής του, τη Μαρίνα…
Η Μαρίνα προέρχεται από αστική οικογένεια της Αθήνας, αλλά δεν μένει «κορίτσι που παρασύρθηκε». Ποια είναι η δική της διαδρομή μέσα στο βιβλίο; Τι θέλατε να κερδίσει και τι να χάσει, ώστε να σταθεί ως αυτόνομη ηρωίδα και όχι ως αντανάκλαση του έρωτά της;
Β.Π.: Η Μαρίνα δεν μπορεί παρά να σταθεί όχι μόνο ως αυτόνομη ηρωίδα, αλλά εν τέλει και ως “ηγέτιδα” της σχέσης. Η προσωπικότητα του ατόμου δομείται στην παιδική ηλικία, έτσι τα 18 της χρόνια, όταν γνωρίζει τον Άλκη, κάθε άλλο παρά την εμποδίζουν να υποδηλώσει ποια πραγματικά είναι. Ναι, ο καθηγητής της είναι ο μέντορας, όμως κι εκείνη, όπως ανέλυσα παραπάνω, μπαίνει με τα δικά της “όπλα” σε τούτη τη σχέση, “όπλα” από τα οποία αυτός ο μέντορας γοητεύεται βαθιά.
Ο έρωτάς της για τον Άλκη είναι, στην πραγματικότητα, ο καθρέφτης του εαυτού της. Είναι το είδωλο της Μαρίνας σε σχέση με τα είδωλα, του πατέρα, του αδελφού, της μητέρας. Η ηρωίδα μου, εν τέλει, θα κερδίσει την ωριμότητα, την αυτοεκτίμηση και την ελευθερία της, με έναν τρόπο όμως βαθιά επώδυνο, που δεν τον εύχομαι σε κανέναν.
Με τη Μεταπολίτευση επιστρέφουν στην Ελλάδα και το «μαζί» αλλάζει μορφή. Τι συμβαίνει σε μια σχέση όταν από το ιδανικό της αρχής περνά στην καθημερινή φθορά, στις απαιτήσεις, στις τρίτες παρουσίες; Υπάρχει για εσάς ένα σημείο καμπής όπου η αγάπη δεν αρκεί πια, αν δεν υπάρχει αλήθεια;
Β.Π.: Ακριβώς! Η λέξη αλήθεια, είναι το κλειδί για τις υγιείς ανθρώπινες σχέσεις. Πιστεύω απόλυτα στη λαϊκή έκφραση: Το ψέμα έχει κοντά ποδάρια. Αργά ή γρήγορα θα υπάρξει εκείνος ο καταλύτης, είτε εμφανιστεί στη ζωή μας ως πρόσωπο, είτε ως γεγονός, που θα φέρει στην επιφάνεια την πραγματικότητα και ανατρέψει την επίπλαστη-τεχνητή ισορροπία.
Ο Ορέστης, ο αδελφός της Μαρίνας, κουβαλά μια αρρωστημένη ζήλια και έναν απαγορευμένο έρωτα που δηλητηριάζει τα πάντα. Γιατί επιλέξατε να βάλετε αυτή την τόσο σκοτεινή δυναμική μέσα στην οικογένεια, και τι θέλατε να πείτε για την κτητικότητα που φορά το προσωπείο της αγάπης;
Β.Π.: Εδώ φταίει ο Ντοστογιέφσκι, από τον οποίο είμαι βαθιά επηρεασμένη! Από παιδί με γοήτευε ο αριστοτεχνικός τρόπος, που φέρνει τους χαρακτήρες του στο χείλος του γκρεμού, προκειμένου να τραβήξει μία μόνο φωτογραφία, αυτή της ακτινογραφίας της ψυχής τους. Νομίζω, ότι άρχισα αυτό το μυθιστόρημα με τη σαφή πρόθεση, αλλά και παρόρμηση, να τοποθετήσω τους ήρωες μου, στην άκρη της γραμμής, να τους “τσαλακώσω”, να τους ταλαιπωρήσω όσο χρειαστεί, για να φέρω στην επιφάνεια τα πάθη της όμορφης ψυχής. Έτσι συμβαίνει πραγματικά στη ζωή, έτσι έκανα κι εγώ…
Βάλια Πετούρη: Όταν ένα «αντίο» σκάβει τη μνήμη και μια σχέση γίνεται παζλ εποχής, ανάμεσα σε μυστικά που κληρονομούνται και σε αλήθειες που αργούν να ειπωθούν.

Η Μελίνα, με «επικίνδυνα προηγούμενα», και ο Χάρης, ως παλιό ανεκπλήρωτο, λειτουργούν σαν καταλύτες. Όταν γράφετε χαρακτήρες που σπρώχνουν την πλοκή, πώς τους κρατάτε ανθρώπινους και όχι απλώς «εργαλεία» ανατροπής; Υπήρξε κάποιος που σας ξέφυγε και χρειάστηκε να τον μαζέψετε πίσω στη λογική του βιβλίου;
Β.Π.: Ούτε ένας! Γράφω έχοντας μπροστά στα μάτια μου καταιγιστικές εικόνες και στην ψυχή μου έντονα συναισθήματα. Συμπάσχω με τους ήρωες μου, μπαίνω βαθιά μέσα στον ψυχισμό τους. Έτσι, το βιβλίο γράφτηκε από τη δική τους πορεία, το ίδιο δεν είχε ποτέ προδιαγεγραμμένη πορεία.
Στον πυρήνα υπάρχει ένα παλιό μυστικό: η παράνομη σχέση του πατέρα της Μαρίνας, που μεταφέρει σκιά στην επόμενη γενιά. Πώς βλέπετε τη «κληρονομικότητα» των μυστικών; Είναι οι οικογένειες χώροι προστασίας ή χώροι όπου τα ανείπωτα καταδικάζουν τους νεότερους να επαναλάβουν λάθη;
Β.Π.: Οι οικογενειακές “φωλιές” πιστεύω, ότι κρύβουν τις μεγαλύτερες παθογένειες. Δεν είναι πάντα ασφαλείς χώροι, γιατί οι άνθρωποι δεν κατακτούν, εξ ορισμού, την ενσυνείδηση. Δεν γνωρίζουν σε κάθε βήμα της ζωής τους, ποιό κομμάτι του εαυτού τους έρχεται στην επιφάνεια, δεν αυτοαναλύονται. Το αντίθετο, πορεύονται στα τυφλά, με φόβους, απωθημένα και πάθη. Για τοv λόγο αυτόν κάνουν ασυνείδητες προβολές πάνω στα παιδιά τους κι εκείνα με τη σειρά τους, αν δεν βρουν την άκρη του νήματος, αν δεν αντιληφθούν ότι εδώ κρύβεται ένα κουβάρι, θα συνεχίσουν να πράττουν τα ίδια πάνω στα δικά τους παιδιά και πάει, λέγοντας…
Η διήγηση πηγαίνει μπρος-πίσω στον χρόνο, σαν μνήμη που αρνείται να μπει σε σειρά. Γιατί διαλέξατε αυτή τη δομή; Θέλατε ο αναγνώστης να νιώσει ότι συνθέτει κομμάτια, ότι η αλήθεια δεν έρχεται ποτέ ευθεία αλλά σπασμένη, με κενά και σιωπές;
Β.Π.: Όντως, η αλήθεια δεν έρχεται ποτέ ευθεία, αλλά σπασμένη με κενά και σιωπές, όπως τόσο εύστοχα το λέτε. Η διάσπαση του χρόνου, πάντα με γοήτευε, όπως και η επιστολική λογοτεχνία, που κινείται πάνω σε αυτή τη γραμμή. Ένας επιπλέον λόγος είναι, ότι μέσω των flash-back, θέλω να δώσω την ευκαιρία στον αναγνώστη να συνθέσει τον δικό του καμβά, πάνω στον οποίο θα τοποθετήσει την ιστορία. Και τούτο γιατί πιστεύω, ότι ένα βιβλίο, και δη μυθοπλασίας, όσο γράφεται, ανήκει στον συγγραφέα, όταν όμως τοποθετηθεί στις προθήκες, τότε ανήκει στους αναγνώστες. Εύχομαι οι αναγνώστες του Από Μένα Αντίο, να βρουν μέσα του τα δικά τους γνώριμα κομμάτια και να ιχνηλατήσουν τα δικά τους “τυφλά σημεία”.
Παρότι μιλάτε για έρωτα και ψυχολογία, το βιβλίο σε στιγμές αποκτά σχεδόν ατμοσφαιρικό θρίλερ, μέχρι να «κουμπώσει» το παζλ. Πώς κρατήσατε την ισορροπία ώστε η αγωνία να μην καταπιεί το συναίσθημα, αλλά και το συναίσθημα να μην χαλαρώσει την ένταση;
Β.Π.: Δεν είχα καμία δυσκολία σε αυτό, γιατί η αγωνία αναπαραγάγει τα συναισθήματα και γεννά νέα. Έτσι πλοκή και ψυχογράφημα πορεύτηκαν πιασμένα χέρι-χέρι από την αρχή έως το τέλος του βιβλίου.
Αν σας ζητούσα να ονομάσετε τον πιο επικίνδυνο εχθρό μιας σχέσης, μέσα στο σύμπαν του βιβλίου σας, ποιος θα ήταν: η απιστία, η ζήλια, οι τρίτοι, τα μυστικά ή εκείνες οι λέξεις που δεν ειπώθηκαν ποτέ όταν έπρεπε; Και τι πληρώνεται πιο ακριβά στο τέλος;
Β.Π.: Το ψέμα, που περικλείει, τις μισές αλήθειες, τις σιωπές, τα όσα δεν τόλμησαν ποτέ τα χείλη να εκστομήσουν. Αντιθέτως η ζήλια ή και η “απιστία” ακόμα, μπορούν να λειτουργήσουν σαν καύσιμο σε μία σχέση, που έχει βαλτώσει.
Πιστεύετε ότι η λογοτεχνία, ακόμα και μέσα από ένα μυθιστόρημα που ενώνει έρωτα, Ιστορία και οικογενειακές σκιές, μπορεί από μόνη της να αναδιαμορφώσει τον τρόπο με τον οποίο οι άνθρωποι βλέπουν τα βιβλία και την ανάγνωση; Ποια η άποψή σας;
Β.Π.: Η λογοτεχνία αποτελεί αυτό, που αποκαλούμε λαϊκό ανάγνωσμα, όχι ως ένα δευτεροκλασάτο είδος, αλλά ως ένα είδος με πολύ μεγάλη δύναμη, αφού μπορεί να απευθυνθεί σε ευρύτατα στρώματα. Για μένα η λογοτεχνία είναι ένα μεγάλο ταξίδι, που όσο εξελίσσεται, σε κάθε του λιμάνι, μαζεύει όλο και περισσότερους εκλεκτούς επιβάτες, την ιστορία, τη φιλοσοφία, την ψυχολογία, την κοινωνιολογία και εν τέλει την ίδια την εξέλιξη της ανθρώπινης σκέψης…










