Ένα μικρό θαύμα στο τραπέζι της Ανάστασης

Ήταν Πάσχα σε ένα μικρό σπίτι, σε μια ήσυχη γειτονιά της Αθήνας.
Η Μαρία ζούσε μόνη της. Είχε χάσει τη μητέρα της πριν λίγους μήνες και από τότε τίποτα δεν ήταν ίδιο.

Δεν στόλισε πολύ το σπίτι εκείνη τη χρονιά.
Μόνο λίγα λουλούδια στο τραπέζι και ένα πιάτο με κόκκινα αυγά, όπως έκανε πάντα η μητέρα της.

Το βράδυ της Ανάστασης δεν πήγε στην εκκλησία.
Δεν είχε δύναμη. Έμεινε σπίτι, άναψε ένα κερί και κάθισε σιωπηλή.

Όταν άκουσε από μακριά τις καμπάνες και το «Χριστός Ανέστη», ψιθύρισε κι εκείνη:
«Αληθώς…»

Ένιωσε λίγο καλύτερα. Σαν να μαλάκωσε κάτι μέσα της.

Κοίταξε το κερί. Η φλόγα του ήταν ήρεμη.
Δίπλα, στο πιάτο, τα αυγά ακίνητα.

Και τότε πρόσεξε κάτι παράξενο.

Ένα από τα αυγά είχε κυλήσει μόνο του λίγο πιο μπροστά.
Σαν να το είχε σπρώξει κάποιος απαλά.

Η Μαρία πάγωσε.

Σηκώθηκε σιγά και πλησίασε.
Το πήρε στα χέρια της.

Ήταν ζεστό.

Όχι απλά σε θερμοκρασία δωματίου — ζεστό, σαν να είχε μόλις βγει από βραστό νερό.

Τα μάτια της γέμισαν δάκρυα.

«Μαμά;» ψιθύρισε.

Δεν ακούστηκε τίποτα.
Αλλά εκείνη τη στιγμή, ένα ελαφρύ αεράκι πέρασε από το δωμάτιο, αν και τα παράθυρα ήταν κλειστά.

Η φλόγα του κεριού τρεμόπαιξε… και μετά στάθηκε ξανά ήρεμη.

Η Μαρία χαμογέλασε μέσα στα δάκρυά της.

Έσπασε το αυγό απαλά.

Το τσούγκρισε μόνη της, όπως έκανε παιδί.

«Χριστός Ανέστη», είπε.

Και για πρώτη φορά μετά από καιρό, δεν ένιωθε μόνη.

Ήταν σαν κάποιος να ήταν εκεί. Σιωπηλά.
Αλλά αληθινά.

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΑ