Ελένη Βεζύρογλου: Ο Παράδεισος δεν είναι μακριά

Ελένη Βεζύρογλου: Ο Παράδεισος δεν είναι μακριά

Στο περιοδικό Εγώ φιλοξενούμε τη συγγραφέα κυρία Ελένη Βεζύρογλου με αφορμή το μυθιστόρημά της, Ο Παράδεισος δεν είναι μακριά, που κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Μίνωας. Η Ελένη Βεζύρογλου γεννήθηκε και μεγάλωσε στη Θεσσαλονίκη, όπου ζει με την οικογένειά της. Η επαγγελματική της διαδρομή ξεκίνησε από τον χώρο της κοινωνικής εργασίας και της εκπαίδευσης, όμως η ανάγκη της να αφηγείται ιστορίες υπήρχε μέσα της από νωρίς. Ποίηση, άρθρα, μυθιστορήματα και παιδική λογοτεχνία συνθέτουν μια πορεία που δείχνει έναν άνθρωπο που παρατηρεί με ευαισθησία την ανθρώπινη ψυχή, τις ρίζες, τις πληγές και τις αντοχές της.

Συνέντευξη στη δημοσιογράφο-συγγραφέα Νεκταρία Βαρσαμή-Πουλτσίδη

Με έργα όπως Το αρχοντικό στη Λιθιά, Άγριο γιασεμί και το παιδικό βιβλίο Μυστηριώδεις περιπέτειες στο Αόρατο Νησί, η συγγραφέας έχει δείξει την αγάπη της για ιστορίες που πατούν σε τόπους με μνήμη και σε ήρωες που δοκιμάζονται από τη μοίρα, την κοινωνία και τις επιλογές τους. Παράλληλα, η συμμετοχή της σε λογοτεχνικές ενώσεις, περιοδικά και συλλογικές εκδόσεις φανερώνει μια σταθερή παρουσία στον χώρο των γραμμάτων, με πίστη στη δύναμη της αφήγησης.

Στο βιβλίο, Ο Παράδεισος δεν είναι μακριά, η Ελένη Βεζύρογλου μας μεταφέρει στην Τουρκοκρατούμενη Κάρπαθο του 1897. Σε έναν τόπο σκληρό και όμορφο μαζί, όπου η παράδοση, τα έθιμα και οι άγραφοι κανόνες καθορίζουν τις ζωές των ανθρώπων, ένα άγριο φονικό γίνεται η αρχή μιας αλυσίδας από ψέματα, φόβους και σιωπές. Ο Μάχος, έχοντας στα χέρια του την πατρική περιουσία και φορτώνοντας το έγκλημά του σε άλλον, πιστεύει πως μπορεί να μείνει αλώβητος. Ο Νικήτας, όμως, βρίσκεται αντιμέτωπος με μια άδικη κατηγορία που τον συνθλίβει πριν καν ακουστεί η αλήθεια.

Μέσα σε αυτή την κοινωνία, όπου κάποιοι αναζητούν το δίκιο και άλλοι προτιμούν να μη δουν όσα γνωρίζουν, ένας έρωτας γεννιέται καταδικασμένος. Το σκοτάδι μοιάζει να υπερισχύει, η αδικία να έχει δύναμη και η λύτρωση να απομακρύνεται. Κι όμως, μέσα από τις σελίδες του βιβλίου, η Κάρπαθος δεν είναι μόνο τόπος δράσης. Γίνεται μνήμη, πληγή, καταφύγιο και καθρέφτης μιας εποχής όπου οι άνθρωποι παλεύουν ανάμεσα σε όσα επιβάλλει η κοινωνία και σε όσα φωνάζει η καρδιά τους.

Κυρία Βεζύρογλου, στο βιβλίο, Ο Παράδεισος δεν είναι μακριά, επιλέγετε την Τουρκοκρατούμενη Κάρπαθο του 1897 ως κεντρικό τόπο και χρόνο της ιστορίας. Τι σας γοήτευσε σε αυτή την εποχή και πώς αποφασίσατε να χτίσετε εκεί μια τόσο σκληρή και φορτισμένη ανθρώπινη ιστορία;

Ε.Β.: Η εποχή της Τουρκοκρατίας ήταν συχνά αντικείμενο μελέτης για μένα και πεδίο έρευνας όσον αφορά τις επιπτώσεις της οθωμανικής κυριαρχίας στην κοινωνική δομή του ελληνισμού. Το ενδιαφέρον μου στρεφόταν κυρίως στις συνθήκες διαβίωσης, στη δημιουργία των νέων θεσμών (αυτοδιοίκηση, εθνική συσπείρωση, φορολογία) και τη δημιουργία των νέων τάξεων (για παράδειγμα, των πλούσιων καραβοκύρηδων που τα πλοία τους κυριάρχησαν στις μεταφορές σιτηρών μετά τη συνθήκη του Κιουτσούκ-Καϊναρτζή). Δεν θα μπορούσε, λοιπόν, να μη μ’ ενδιαφέρει και ο τρόπος της απονομής της δικαιοσύνης σ’ αυτήν την εποχή, μια και στη σκληρή και φορτισμένη, όπως λέτε ανθρώπινη ιστορία μου, κυριαρχεί η αναζήτηση του δικαίου.

Η Κάρπαθος στο βιβλίο μοιάζει να έχει δική της ψυχή με άγρια ομορφιά, μνήμη, παράδοση και ανθρώπους βαθιά δεμένους με τον τόπο τους. Γιατί επιλέξατε το συγκεκριμένο νησί να γίνει ένας ακόμα πρωταγωνιστής της ιστορίας σας;

Ε.Β.: Η Κάρπαθος είναι ιδιαίτερο νησί. Γη σκληρή, ανεμόδαρτη, με σπάνια ομορφιά και με βαθιές αντιθέσεις στη γεωφυσική της διάπλαση. Στον βορρά τραχιά και βραχώδης, περιχαρακωμένη από βουνά με τρομακτικούς γκρεμούς και χαράδρες, και στον νότο ήμερη και ειδυλλιακή. Το στοιχείο αυτής της γοητευτικής αντίθεσης μπορεί να δημιουργήσει εξαιρετικές εικόνες σε μια λογοτεχνική αφήγηση, αλλά δεν την επέλεξα μόνο γι’ αυτόν τον λόγο. Ύστερα από ένα νομικό Συνέδριο που έγινε στα Πηγάδια και αφορούσε το κληρονομικό καθεστώς στο νησί βάσει του εθιμικού δικαίου, έτυχε να πληροφορηθώ για το ιδιότυπο έθιμο της κανακαριάς. Το έθιμο όριζε τον τρόπο διανομής των οικογενειακών περιουσιών και σύμφωνα μ’ αυτό κληρονομούσαν μόνο τα πρωτότοκα τέκνα. Αυτή η ιδιαίτερη κληρονομική πρακτική αποτέλεσε πηγή έμπνευσης για μένα κι ακολούθησε η συγγραφή του μυθιστορήματος.

Ο Μάχος είναι ένας ήρωας που πιστεύει πως μπορεί να ελέγξει τη μοίρα του, να κρατήσει την περιουσία, τη δύναμη και το μυστικό του εγκλήματος. Πώς προσεγγίσατε έναν χαρακτήρα που κινείται τόσο σκοτεινά ανάμεσα στην απληστία, την ενοχή και την ψευδαίσθηση της ατιμωρησίας;

Ε.Β.: Η σύγχρονη κοινωνία της παράνοιας, της βαλλόμενης ηθικής και της ασυνειδησίας, με τη συνεχή προβολή και ανάλυση ανάλογων εγκληματικών συμπεριφορών με αυτήν του Μάχου, μας δίνει και τα ανάλογα πρότυπα. Στην εγκληματολογία και τη δικαστική ψυχολογία αναφέρεται το φαινόμενο της «μετατόπισης της ενοχής», όπου ο πραγματικός ένοχος πείθει ασυνείδητα τον εαυτό του πως το θύμα ή κάποιος άλλος φταίει για το έγκλημά του. Ισχυρίζεται ότι έτσι έπρεπε να γίνει, ότι το θύμα «τα ’θελε», ότι το πραγματικό θύμα είναι ο ίδιος, κι ότι όλοι θέλουν να τον βλάψουν. Ο τρόπος αυτός της σκέψης αποτελεί μια «παρανοϊκή προβολή». Σας θυμίζει κάποιον…; Τον Μάχο, φυσικά. Μην μπορώντας ν’ αντέξει την αποφορά της πράξης του, αδύναμος και ανίκανος να διαχειριστεί τις συνέπειες του εγκλήματός του, το «φορτώνει» σε άλλον. Και το τραγικό είναι πως ο «άλλος», είναι ο αδελφός του.

 

Ελένη Βεζύρογλου: Ένα ιστορικό μυθιστόρημα για την Κάρπαθο του 1897, για μια κοινωνία όπου τα έθιμα γίνονται νόμος, η αδικία βαραίνει σαν κατάρα και η αλήθεια παλεύει να βρει δρόμο μέσα από τη σιωπή.

 

Ο Νικήτας καλείται να ζήσει με μια άδικη κατηγορία και με μια κοινωνία που τον έχει ήδη καταδικάσει πριν του δώσει χώρο να ακουστεί. Πόσο σας απασχόλησε η βία της κοινωνικής κρίσης, εκείνη η στιγμή που οι άνθρωποι αποφασίζουν ποιος είναι ένοχος χωρίς να γνωρίζουν όλη την αλήθεια;

Ε.Β.: Σ’ ένα έγκλημα, οι άνθρωποι είναι γνωστό ότι βιάζονται να κρίνουν και να βγάλουν τα συμπεράσματά τους για την ενοχή κάποιου. Εκτός από τον θυμό τους για την απεχθή πράξη και την αγανάκτησή τους που θολώνει την αντικειμενική τους κρίση, υπάρχει ακόμη ένα στοιχείο που δικαιολογεί τη βιάση της κοινωνικής κρίσης. Είναι η ιδιότητα του ανθρώπινου εγκεφάλου να φοβάται το άγνωστο και να απεχθάνεται την αβεβαιότητα. Και μπρος στο έγκλημα, οι άνθρωποι κατακλύζονται από αυτά ακριβώς τα συναισθήματα∙ πλέουν στην αβεβαιότητα και νιώθουν να απειλούνται από το άγνωστο. Ασθάνονται ανασφαλείς και τρομάζουν στην ιδέα ότι έχουν χάσει τον έλεγχο. Προκειμένου, λοιπόν, να ανακτήσουν τον έλεγχο, δημιουργούν στα γρήγορα μια ιστορία, βασιζόμενοι σε πληροφορίες που στηρίζουν την «πρώτη εντύπωση». Αυτής της «βιάσης» και της «πρώτης εντύπωσης» έπεσε θύμα ο Νικήτας.

Στο μυθιστόρημα τα έθιμα και οι άγραφοι κανόνες είναι δυνάμεις που καθορίζουν ζωές, σχέσεις και αποφάσεις. Πώς ισορροπήσατε ανάμεσα στον σεβασμό προς την παράδοση και στην ανάγκη να δείξετε πότε αυτή μπορεί να γίνει ασφυκτική για τον άνθρωπο;

Ε.Β.: Ακούγοντας για το έθιμο, η αλήθεια είναι ότι αναρωτήθηκα αν είναι εύκολο οι γονείς να ξεχωρίζουν τα παιδιά τους, διασφαλίζοντας οικονομικά μόνο τα πρωτότοκα. Όμως μελετώντας τη ζωή και τις συνήθειες των κατοίκων του νησιού, διακρίνοντας τη βαθιά αίσθηση αξιοπρέπειας, σύμπνοιας και αγάπης μεταξύ τους, κατανόησα τις ρίζες του εθίμου που σκοπό είχε την αποφυγή του κατατεμαχισμού της οικογενειακής περιουσίας. Σε έναν τόπο τόσο μικρό, με τόσο τραχύ και βραχώδες το μεγαλύτερο μέρος του, η διαφύλαξη της λίγης καλλιεργήσιμης γης ήταν επιβεβλημένη για την κάθε οικογένεια. Δεν μπορούσαν να κάνουν διαφορετικά. Η παράδοση ήταν τόσο βαθιά ριζωμένη στη νοοτροπία τους, τόσο ζυμωμένη με τη ζωή τους που όχι μόνο δεν είχε καμιά χροιά αμφισβήτησης, αλλά γινόταν ασφυκτική σπάνια και κατ’ εξαίρεση. (Βλέπε Μάχος). Ίσως σε κάποιους φανεί ότι ήταν δέσμιοι ενός εθίμου που καθόριζε μια σκληρή μοίρα για τα υστερότοκα παιδιά, όμως σε μια δεύτερη θεώρηση θα πω ότι ο σεβασμός της παράδοσης ήταν ζωτικής σημασίας για κείνους. Κι ο αποτροπιασμός για το έγκλημα του «κακού» της ιστορίας, που αναδύεται μέσα από την αφήγηση, δεν έχει να κάνει με το έθιμο∙ έχει να κάνει μ’ αυτόν τον διαβρωτικό χαρακτήρα, την άκρατη πλεονεξία, τον αφόρητο εγωκεντρισμό του και την παντελή έλλειψη ηθικής.

Μέσα σε ψέματα, σιωπές και αδικίες, ένας έρωτας γεννιέται σχεδόν καταδικασμένος. Τι θέλατε να αναδείξετε μέσα από αυτή την ερωτική ιστορία: τη δύναμη της αγάπης ή την τραγικότητα των ανθρώπων που αγαπιούνται σε λάθος χρόνο, σε λάθος συνθήκες;

Ε.Β.: «Η αγάπη είναι ο μόνος τρόπος για να καταλάβει κανείς το βαθύτερο νόημα της ύπαρξης, ειδικά μέσα στα δεινά» είναι τα λόγια ενός ψυχιάτρου που επιβίωσε του Ολοκαυτώματος και θεωρώ ότι η αγάπη του Νικήτα και της Ανεζίνας μπορεί να λειτουργήσει σαν απόδειξη των λόγων του. Μας αποδεικνύουν ότι δεν υπάρχει λάθος χρόνος και λάθος συνθήκες για την άνθηση ενός έρωτα. Μπορεί να ανθίσει κι ανάμεσα στις μεγαλύτερες αντιξοότητες. Ο Νικήτας κι η Ανεζίνα βρίσκονται χωρισμένοι∙ ο Νικήτας σ’ ένα απειλητικό περιβάλλον κι η Ανεζίνα σ’ ένα ξένο κι εξοντωτικό. Κι αντί να ξεχάσουν ο ένας τον άλλον, οι δυσκολίες τούς δυναμώνουν κι αναζητούν καταφύγιο στην αγάπη τους. Γιατί οι άνθρωποι που αγαπιούνται πραγματικά, σε στιγμές κινδύνου μες στον χαοτικό κόσμο, είναι ο ένας για τον άλλον η στέρεα και ασφαλής βάση. Όταν δεν βρίσκονται κοντά, τους ενώνει η κοινή τους αγωνία και ισχυροποιεί τον δεσμό τους.

Ελένη Βεζύρογλου: Ο Παράδεισος δεν είναι μακριά
Ελένη Βεζύρογλου: Ο Παράδεισος δεν είναι μακριά

Ο τίτλος Ο Παράδεισος δεν είναι μακριά μοιάζει να συνομιλεί με την ελπίδα, αλλά και με την απόσταση που χωρίζει τους ήρωες από τη λύτρωση. Πιστεύετε ότι η δύναμη της λογοτεχνίας μπορεί από μόνη της να αναδιαμορφώσει τον τρόπο με τον οποίο οι άνθρωποι βλέπουν τα βιβλία, την ανάγνωση, την ιστορία και τις αδικίες που κρύβονται πίσω από τις σιωπές μιας κοινωνίας; Ποια είναι η δική σας άποψη;

Ε.Β.: Ναι, το πιστεύω. Η λογοτεχνία κινεί τους ιδιαίτερους μηχανισμούς της που την καθιστούν μια υπολογίσιμη δύναμη∙ διευρύνει ορίζοντες, κινητοποιεί ηθικά ή αμφισβητεί κατεστημένες ιδέες κλπ. Αυτό της επιτρέπει να αναδιαμορφώσει τον τρόπο που οι άνθρωποι βλέπουν τα βιβλία, επειδή αναδιαμορφώνοντας την οπτική τους, παύει η ανάγνωση να είναι μια απλή διασκέδαση και μετατρέπεται σε ενεργή πνευματική πράξη. Όσον αφορά την ιστορία, ναι, κι εδώ, αλλάζει ο τρόπος που τη βλέπουν οι άνθρωποι. Η ιστορία καταγράφει ψυχρά τα γεγονότα, τους πολέμους, τις ημερομηνίες, ενώ σε αντίθεση η λογοτεχνία καταγράφει το ανθρώπινο βίωμα, τον ανθρώπινο πόνο, την αγωνία και την ελπίδα του πίσω από μάχες και ημερομηνίες. Και τέλος, για τις αδικίες που κρύβονται πίσω από τη σιωπή της κοινωνίας, η λογοτεχνία ενεργοποιεί τον ανάλογο μηχανισμό. Σμιλεύει τους κατάλληλους χαρακτήρες, τους συνδέει συναισθηματικά με τους αναγνώστες και τους καλεί να ψάξουν το φως στις σκοτεινές γωνιές, οδηγώντας σε κοινωνική αφύπνιση.

 

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΑ