Από τη Θεοφανία Ανδρονίκου Βασιλάκη
Κάθε Παρασκευή, κατά τις 7 το απόγευμα, ενεργοποιείται μέσα μας μια αισιοδοξία που θα ζήλευε και life coach της Νέας Υόρκης. Μέσα στο μποτιλιάρισμα, ή στην ουρά του σούπερ μάρκετ, κάνουμε τη γνωστή σκέψη: «Αυτό το Σαββατοκύριακο… θα ξεκουραστώ. Δεν θα κάνω τίποτα!»
«Δεν θα σηκώσω τηλέφωνα, δεν θα δω ανθρώπους, δεν θα βάλω ξυπνητήρι. Θα κάνω μάσκα προσώπου, θα κάτσω με το βιβλίο μου, θα πιω καφέ αργά μπροστά στο χριστουγεννιάτικο δέντρο μου ακούγοντας τζαζ και θα κοιτάζω το κενό με ύφος είμαι σε επαφή με τον εαυτό μου».
Την ώρα που δημιουργώ με θράσσος αυτό το ροζ όνειρο, κάνω πως ξεχνάω ότι είμαι καλεσμένη σε τρία τραπέζια, έχω τρία πλυντήρια να βάλω, να σκουπίσω, να ξεσκονίσω, να απλώσω να μαζέψω, να ακούσω υπομονετικά τα προβλήματα των φίλων μου και και και….

Σάββατο πρωί – Το χάος ξεκινά
Δεν χτυπά ξυπνητήρι.
Χτυπά ο κούριερ. (πότε το παρήγγειλα πάλι αυτό)
Ή κολλητή. «Αχ έλα να πάμε λίγο Zara! Έχει φέρει μεγάλα νούμερα, θα βρεις)
Η θεία από το χωριό. «Έβαλε πρόβατα στο χωράφι που σου άφησε ο πατέρας σου! Ξύπνα! Το καταπατάνε». (Εν τω μεταξύ δεν ξέρω ούτε καν είναι αυτό το χωράφι)
Η φωνή του μυαλού μου: «Πότε θα κάνεις εκείνη την γενική, Χριστούγεννα έρχονται, θα σε φάει η σκόνη»

Πριν καν βράσει ο καφές, έχω ήδη συνομιλήσει με άλλους τρεις ανθρώπους. Δύο έχουν προσωπικό δράμα, ένας θέλει να βγούμε για brunch, κι ένας φίλος με ρωτάει αν «θα πεταχτώ λίγο από το ΙΚΕΑ, να τον βοηθήσω να κουβαλήσουμε έναν καναπέ».
Σάββατο απόγευμα – Συγκάτοικος το άγχος
Και ναι, τα κατάφερα. Μπορεί να ακύρωσα όλα τα χαμαλίκια στα οποία ήθελαν να με παρασύρουν οι φίλοι μου, αλλά έχω απλώσει ήδη τα τρία πλυντήρια, έχω ξεσκονίσει, σκουπίσει, σφουγγαρίσει και αλλάξει σεντόνια και επιτέλους ήρθε η στιγμή της … ξεκούρασης.

Ανοίγω το Netflix.
Δεν προλαβαίνω καν να αρχίσω να ψάχνω.
Χτυπάει μήνυμα:
«Πού είσαι; Είπαμε καφέ στις 6. Δεν πιστεύω να το ξέχασες! Δεν είπαμε θα βρεθούμε για να σου πω τι μου έκανε το κάθαρμα ο Γιώργος;»
Και ναι. Το είχα ξεχάσει.
Τώρα πρέπει να βαφτώ σε χρόνο ρεκόρ και να βγω έξω με το χαμόγελο των ψυχολόγων στα πάνελ.
Η μάσκα προσώπου που φαντάστηκα πως θα φορέσω, μένει ακόμη στο συρτάρι. Πιθανώς από το 2018.
Αλλά τι να κάνω; Έτσι είναι οι φίλοι.
Κυριακή – Η ψευδαίσθηση της γαλήνης
Ξυπνάω με την ψευδαίσθηση ότι «σήμερα είναι η μέρα μου».
Ανοίγω την ντουλάπα.
Με κοιτάει η στοίβα με τα άπλυτα που χτες είχα ξεχάσει ότι είχα αποθηκεύσει εκεί και γελάει ειρωνικά.

Κάπου στις 12 συνειδητοποιώ ότι δεν υπάρχει καθαρή πετσέτα μπάνιου. Το σπίτι μυρίζει ευθύνη. Η κουζίνα μυρίζει αναβλητικότητα.
Η Κυριακή μετατρέπεται στο γνωστό:
«Πρέπει να τα κάνω όλα σήμερα για να μην τρελαθώ αύριο.»
Και κάπως έτσι…
Το Σαββατοκύριακο που θα ξεκουραζόμουν, τελειώνει με μάτια κόκκινα, σώμα κουρασμένο και ένα «από Δευτέρα αλλάζω ζωή» να αιωρείται πάνω από το κεφάλι μου σαν νευρικός άγγελος φύλακας.
Η αλήθεια είναι μία:
Δεν θέλουμε ξεκούραση.
Οργάνωση θέλουμε.
Και λίγο χώρο.
Και έναν δικό μας χρόνο.
Να μην απολογούμαστε. Να μην εξηγούμε. Να μη χωράμε παντού.

Κι έτσι καταλήγω στο εξής βαθυστόχαστο συμπέρασμα:
Δεν χρειάζομαι άλλο ένα Σαββατοκύριακο. Χρειάζομαι ένα εξάμηνο με το τηλέφωνο στη λειτουργία “airplane mode” και τη ζωή μου στο “do not disturb”.
Αλλά μέχρι να συμβεί αυτό…
Πάω να βάλω μια μάσκα προσώπου που έχει λήξει.
Και να ονειρευτώ πάλι πως το επόμενο Σαββατοκύριακο…
Θα ξεκουραστώ.










