Με αφορμή το πρώτο της βιβλίο «Η ευχή της Σοφίας», που κυκλοφορεί από τις Εκδόσεις Πηγή Παιδεία & ForeignRights.eu, η συγγραφέας κύρια Έρη Δελληγιάννη μιλά μαζί μας στο «egomagazine».
Συνέντευξη στη δημοσιογράφο-συγγραφέα Νεκταρία Βαρσαμή-Πουλτσίδη
Κυρία Δεληγιάννη, στο βιβλίο σας δεν φοβάστε να δείξετε μια μικρή ηρωίδα που θυμώνει, πεισμώνει και θέλει να επιβάλει την επιθυμία της. Πόσο σημαντικό ήταν για εσάς να αποδώσετε το παιδικό συναίσθημα χωρίς ωραιοποίηση, όπως ακριβώς ξεσπά και εκδηλώνεται στην πραγματική ζωή;
H αλήθεια είναι πως έχοντας δύο παιδιά το ξέσπασμα και η εκδήλωση θυμού είναι κομμάτι της καθημερινότητάς μου. Οπότε για μένα ήταν πολύ σημαντικό να αποδώσω αυτό το συναίσθημα χωρίς ωραιοποίηση, σπάζοντας το στερεότυπο του «τέλειου παιδιού». Τα παιδιά έχουν ανάγκη να δούν ότι οι σκέψεις και ο θυμός τους είναι φυσιολογικά. Η ωμή εκδήλωση αυτών των ¨δύσκολων¨συναισθημάτων επιβεβαιώνει την ύπαρξή τους προσφέροντάς τους ασφάλεια και αποδοχή του εαυτού τους. Ταυτόχρονα ήθελα να καταρρίψω τις εξωπραγματικές προσδοκίες των γονιών και να έρθουν σε επαφή με τον πραγματικό ψυχικό κόσμο των παιδιών τους, να τον αγκαλιάσουν και να τον αποδεχτούν.
Η ευχή της Σοφίας λειτουργεί σχεδόν σαν πύλη σε έναν κόσμο όπου όλα μοιάζουν δυνατά, αλλά τελικά τίποτα δεν είναι τόσο απλό. Τι σας γοητεύει περισσότερο στα παιδικά «μακάρι», η αθωότητά τους ή το ότι πολλές φορές κρύβουν μέσα τους κάτι που ούτε το ίδιο το παιδί δεν έχει καταλάβει ακόμη;
Αυτό που κανει τα παιδικά «μακάρι» τόσο γοητευτικά είναι ακριβώς αυτή η διπλή τους φύση. Αν έπρεπε να ξεχωρίσω ένα από τα δυο θα ήταν η ασυνείδητη αυτή ευχή που κρύβουν. Τα παιδιά δεν σκέφτονται με τους περιορισμούς ή την λογική των ενηλίκων.Όταν εκφράζουν μια βαθιά επιθυμία τους, συχνά λειτουργούν σαν μικροι εξερευνητες του εσωτερικού τους κόσμου. Δεν καταλαβαίνουν πάντα το «γιατί» πίσω από μια ευχή αλλά ενστικτωδώς φωτογραφίζουν μια αναγκή, μια προσδοκία που δεν μπορούν να εκφράσουν με λέξεις. Είναι σαν να κρατούν έναν καθρέφτη της ψυχούλας τους και να μας δείχνουν άδολα και ακατέργαστα τι κρύβεται μέσα.
Η ιστορία ξεκινά από μια βιτρίνα, από μια κούκλα, από την ένταση της στιγμιαίας επιθυμίας. Πιστεύετε ότι σήμερα τα παιδιά βομβαρδίζονται τόσο έντονα από εικόνες και υλικά «θέλω», ώστε
δυσκολεύονται περισσότερο να διακρίνουν τι έχουν πραγματικά ανάγκη;
Ναι απολύτως! Βομβαρδίζονται καθημερινά από κατασκευασμένα «θέλω», αφού οι τεχνικές marketing εκμεταλλεύονται την ψυχολογία τους και δημιουργούν μια κουλτούρα που εξισώνει την ευτυχία με την κατοχή υλικών αγαθών. Τα παιδιά αναπτύσσουν σταδιακά την ικανότητα να αξιολογούν κριτικά μια διαφήμιση. Οπότε η συνεχής έκθεση σε τέτοια μηνύματα μπορεί να τα οδηγήσει σε αυξημένο υλισμό ,συχνά συνοδευόμενο με χαμηλότερα επίπεδα ευτυχίας και περισσότερο άγχος για την εικόνα τους.Έτσι οι γονείς πέπει να τα καθοδηγήσουν ώστε να αποκτήσουν καταναλωτική παιδεία μέσα από την συζήτηση και τον περιορισμό του χρόνου έκθεσης σε οθόνες.
Η μητέρα της Σοφίας καλείται να αντέξει την αντίδραση του παιδιού της χωρίς να υποχωρήσει. Θεωρείτε πως ένας από τους πιο δύσκολους ρόλους του γονιού σήμερα είναι ακριβώς αυτός, να
αντέχει να μη γίνεται πάντα αρεστός για να μπορέσει να γίνει ουσιαστικός;
Απολύτως! Το να αντέχει ένας γονιός τη δυσαρέσκεια του παιδιού του είναι ίσως από τις μεγαλύτερες προκλήσεις της σύγχρονης ανατροφής. Σήμερα, η ανάγκη να είμαστε «αρεστοί» στα παιδιά μας συχνά συγκρούεται με την ανάγκη να θέσουμε όρια. Ωστόσο η πραγματική αγάπη και η ουσιαστική διαπαιδαγώγηση κρίνονται ακριβώς σε αυτές τις στιγμές σταθερότητας. Ίσως είναι τόσο δύσκολο γιατί υπάρχει ο φόβος της απόρριψης (μήπως χάσουν την συναισθηματική σύνδεση με το παιδί) και ο περιορισμένος χρόνος που οδηγεί στην επιθυμία μόνο ευχάριστων στιγμών. Όμως τα όρια χτίζουν ανθεκτικότητα (τα παιδιά διαχειρίζονται τη ματαίωση και το όχι) και προσφέρουν ασφάλεια στα παιδιά. Αυτό που κάνει ουσιαστικά η μητέρα της Σοφίας, δεν απομακρύνεται αλλά επενδύει στην μελλοντική ωριμότητα του παιδιού της.
Η «Ευχή της Σοφίας» είναι ένα πρώτο συγγραφικό βήμα, αλλά έχει μέσα του μια ξεκάθαρη συναισθηματική θέση για το παιδί και την οικογένεια. Πιστεύετε ότι η δύναμη της παιδικής λογοτεχνίας μπορεί από μόνη της να επηρεάσει τον τρόπο με τον οποίο τα παιδιά, αλλά και οι μεγάλοι, βλέπουν την αγάπη, τα όρια και την ίδια την ανάγνωση;
Η παιδική λογοτεχνία πιστεύω πως είναι ένα ισχυρό παιδαγωγικό εργαλείο. Μέσα από μια ιστορία( όπως και του δικού μου βιβλίου) προσεγγίζονται έννοιες όπως η αγάπη ,η ευγνωμοσύνη, το μοίρασμα, τα όρια, που επηρεάζουν βαθιά τον τρόπο που τόσο τα παιδιά όσο και οι ενήλικες αντιλαμβάνονται τον κόσμο. Ακόμη καλλιεργείται η ενσυναίσθηση αφού μαθαίνουν να αναγνωρίζουν τα συναισθήματα των ηρώων και να κατανοούν τη θέση τους. Η κοινή ανάγνωση μετατρέπεται σε ποιοτικό χρόνο που συνδέει συναισθηματικά γονείς και παιδιά. Επίσης επανεκτιμούνται κάποιες αξίες, στους ενήλικες, που έχουν ξεχαστεί μέσα στην καθημερινότητα. Γενικά ένα βιβλίο μπορεί να αλλάξει τον τρόπο που σκεφτόμαστε, σεβόμαστε και κατανοούμε τη ίδια τη ζωή.










