Σπύρος Καλογήρου: Από τα δύσκολα χρόνια της Κατοχής στον έρωτα μιας ζωής με την Ευαγγελία Σαμιωτάκη

Αν σου αρέσουν τα άρθρα μας, κάνε κλικ εδώ για να μας προσθέσεις στις Google πηγές σου και να μας διαβάζεις πιο συχνά!

Τα δύσκολα παιδικά χρόνια, οι περιπέτειες στην Κατοχή, η πορεία στον ελληνικό κινηματογράφο, η ατάκα που έγραψε ιστορία και τα 57 χρόνια κοινής ζωής με τη γυναίκα που αγάπησε.

Υπήρξε ένας από τους πιο χαρακτηριστικούς ηθοποιούς του ελληνικού κινηματογράφου, με ένα βλέμμα, μια ιδιαίτερη φωνή και μια παρουσία που αρκούσαν για να τον καθιερώσουν στους ρόλους των σκληρών και αδίστακτων ανδρών. Ο Σπύρος Καλογήρου έγινε ο αγαπημένος «κακός» του ελληνικού σινεμά, ωστόσο πίσω από την αυστηρή κινηματογραφική του εικόνα κρυβόταν ένας άνθρωπος με μεγάλη αγάπη για την ποίηση, το χιούμορ και τον έρωτα. Ο Σπύρος Καλογήρου γεννήθηκε στις 3 Νοεμβρίου 1922 στην Κυψέλη και η ζωή του είχε πολλές δυσκολίες, αλλά και απρόσμενες διαδρομές. Μεγάλωσε μέσα στη φτώχεια, έζησε την περίοδο της γερμανικής Κατοχής, εργάστηκε ως φωτογράφος και τελικά ακολούθησε την υποκριτική, κατακτώντας μια ξεχωριστή θέση στην ιστορία του ελληνικού κινηματογράφου.

Το φωτογραφείο και οι ιστορίες από την Κατοχή

Ο Καλογήρου μιλούσε πάντα με ιδιαίτερη αγάπη για τη μητέρα του, την οποία αποκαλούσε «ηρωίδα», αναγνωρίζοντας τις θυσίες που είχε κάνει για την οικογένειά τους. Μετά το Δημοτικό φοίτησε στη Σεβαστοπούλειο Εργατική Σχολή, όπου στους μαθητές προσφερόταν και δωρεάν φαγητό.

Από νεαρή ηλικία εργάστηκε ως φωτογράφος και αργότερα άνοιξε φωτογραφείο μαζί με τον αδελφό του. Παράλληλα, έγραφε στίχους, τους οποίους απήγγελλε στο ραδιόφωνο. Ένας σκηνοθέτης που τον άκουσε διέκρινε το ταλέντο του και τον παρότρυνε να σπουδάσει υποκριτική στο Ελληνικό Ωδείο. Ιδιαίτερο ενδιαφέρον είχαν οι αφηγήσεις του για τα χρόνια της γερμανικής Κατοχής. Μία από αυτές καταγράφηκε από τον σκηνοθέτη Ντίνο Δημόπουλο το 1960, κατά τη διάρκεια των γυρισμάτων της «Μανταλένας» στην Αντίπαρο. Σε μια βραδινή συζήτηση, στην οποία συμμετείχε και ο Θανάσης Βέγγος, ο Καλογήρου άρχισε να διηγείται τις νεανικές του περιπέτειες, υποστηρίζοντας ότι είχε υπάρξει σαλταδόρος, μαυραγορίτης, έμπορος λαθραίων τσιγάρων και μικροκλέφτης. Για τον ίδιο, πάντως, η Κατοχή είχε και τη δική της ιδιότυπη ερμηνεία, καθώς θεωρούσε πως όποιος κατάφερνε να εξαπατήσει ή να κλέψει τους Γερμανούς έκανε με τον τρόπο του μια πράξη αντίστασης.

Η «Λόλα» και η ατάκα που έγινε θρύλος

Το 1955 έκανε τα πρώτα του επαγγελματικά βήματα στο θέατρο και στη συνέχεια συνεργάστηκε με σημαντικούς ανθρώπους της ελληνικής σκηνής, μεταξύ των οποίων ο Κάρολος Κουν, ο Αλέξης Μινωτής και ο Μάνος Κατράκης.

Η μεγάλη αναγνώριση, ωστόσο, ήρθε μέσα από τον κινηματογράφο. Το ιδιαίτερο παρουσιαστικό και η χαρακτηριστική φωνή του τον έκαναν ιδανικό για ρόλους ανθρώπων του υποκόσμου, σκληρών αστυνομικών και αδίστακτων αντιπάλων των πρωταγωνιστών. Το 1964 πρωταγωνίστησε στη «Λόλα» του Ντίνου Δημόπουλου, δίπλα στον Νίκο Κούρκουλο και την Τζένη Καρέζη, υποδυόμενος τον Μαύρο. Η φράση «Είναι πολλά τα λεφτά, Άρη» πέρασε στην ιστορία του ελληνικού κινηματογράφου και εξακολουθεί να χρησιμοποιείται μέχρι σήμερα.

Στην καριέρα του συμμετείχε σε δεκάδες ταινίες, μεταξύ των οποίων οι «Στεφανία», «Κοντσέρτο για πολυβόλα», «Η δασκάλα με τα ξανθά μαλλιά», «Η νεράιδα και το παλικάρι» και «Υπολοχαγός Νατάσσα». Μόνο με τη Φίνος Φιλμ συνεργάστηκε σε 34 παραγωγές.

Το 1966 βραβεύτηκε στο Φεστιβάλ Κινηματογράφου Θεσσαλονίκης για την ερμηνεία του στην ταινία μικρού μήκους «Τζίμης ο Τίγρης» του Παντελή Βούλγαρη.

Ο ταξιτζής που τρόμαξε μόλις τον αναγνώρισε

Το πόσο είχε ταυτιστεί ο Σπύρος Καλογήρου με τους ρόλους των «κακών» αποκαλύπτει μια χαρακτηριστική ιστορία που είχε διηγηθεί σε συνέντευξή του στον δημοσιογράφο Μάνο Τσιλιμίδη, τον Ιούνιο του 1994. Η συνέντευξη δημοσιεύτηκε εκ νέου από το OLAFAQ το 2022.

Όπως είχε εξομολογηθεί, ένα βράδυ σταμάτησε ένα ταξί, όμως ο οδηγός, μόλις τον αναγνώρισε, τρόμαξε, πάτησε γκάζι και εξαφανίστηκε, αφήνοντάς τον στον δρόμο. Ο ηθοποιός αντιμετώπιζε το περιστατικό με χιούμορ, εξηγώντας ότι ακόμη και τα μικρά παιδιά τον φοβούνταν και απομακρύνονταν μόλις τον έβλεπαν.

Ανάλογες αντιδράσεις συναντούσε και στις κινηματογραφικές πρεμιέρες. Όταν εμφανιζόταν στην οθόνη, άκουγε θεατές να τον αποκαλούν «παλιάνθρωπο», «ελεεινό» και «τομάρι», καθώς πολλοί δυσκολεύονταν να διαχωρίσουν τον πραγματικό του χαρακτήρα από εκείνον των κινηματογραφικών ρόλων του.

Ο έρωτας με την Ευαγγελία Σαμιωτάκη

Η μεγάλη αγάπη της ζωής του Σπύρου Καλογήρου ήταν η ηθοποιός Ευαγγελία Σαμιωτάκη. Οι δυο τους παντρεύτηκαν το 1952, απέκτησαν έναν γιο, τον Κωνσταντίνο, και μοιράστηκαν 57 χρόνια κοινής ζωής.

Η γνωριμία τους έμοιαζε με κινηματογραφικό σενάριο, με την ίδια τη Σαμιωτάκη να έχει αποκαλύψει ότι εκείνη τον ερωτεύτηκε πρώτη, ενώ ο Καλογήρου αρχικά δεν ανταποκρινόταν στο ενδιαφέρον της.

«Τον είδα στη σχολή του Εθνικού, ερχόταν για δουλειές επειδή παράλληλα διατηρούσε καλλιτεχνικό φωτογραφείο στην Αγίου Μελετίου, και τον ερωτεύτηκα σφοδρά», είχε εξομολογηθεί σε παλαιότερη συνέντευξή της.

Η νεαρή Ευαγγελία προσπαθούσε με κάθε τρόπο να τραβήξει την προσοχή του. Μάλιστα, όπως είχε διηγηθεί, έβρισκε διάφορες δικαιολογίες για να απομακρύνει τον παππού της, ο οποίος πήγαινε να την παραλάβει από τη σχολή, με την ελπίδα ότι ο Καλογήρου θα προσφερόταν να τη συνοδεύσει.

Εκείνος, ωστόσο, κρατούσε τις αποστάσεις του. Η Σαμιωτάκη είχε αποκαλύψει ότι πέρασε τρεις μήνες στενοχωρημένη από την αδιαφορία του, μέχρι που αργότερα έμαθε ότι και ο ίδιος την είχε προσέξει από την πρώτη στιγμή.

Τελικά, ο άνθρωπος που ενσάρκωνε με τόση πειστικότητα τους σκληρούς και αδίστακτους χαρακτήρες του κινηματογράφου βρήκε έναν απροσδόκητα ρομαντικό τρόπο για να της εξομολογηθεί τον έρωτά του: της έγραψε ένα ποίημα και της το απήγγειλε.

Η ποίηση παρέμεινε ένας από τους τρόπους με τους οποίους εξέφραζε την αγάπη του για τη σύζυγό του. Η ίδια είχε αποκαλύψει ότι τόσο στο πρώτο όσο και στο τελευταίο ποίημα που της αφιέρωσε την παρομοίαζε με λουλούδι. Στο πρώτο την αποκαλούσε «τουλίπα», ενώ στο τελευταίο «μαγιάτικο τριαντάφυλλο».

Παρά τις δυσκολίες και τις απαιτήσεις της καλλιτεχνικής τους πορείας, οι δυο τους κατάφεραν να διατηρήσουν τη σχέση τους για περισσότερες από πέντε δεκαετίες. Όταν η Σαμιωτάκη είχε ερωτηθεί για το μυστικό του γάμου τους, είχε αποδώσει τη διάρκειά του στον αμοιβαίο θαυμασμό, στον σεβασμό και στην αγάπη.

Το τέλος

Τα τελευταία χρόνια της ζωής του, ο Καλογήρου είχε αποσυρθεί από την ενεργό δράση και περνούσε μεγάλο μέρος του χρόνου του στον Ωρωπό, κοντά στην οικογένειά του.

Ο αγαπημένος «κακός» του ελληνικού κινηματογράφου πέθανε στις 27 Ιουνίου 2009, σε ηλικία 86 ετών, έπειτα από σοβαρά προβλήματα υγείας και πολυήμερη νοσηλεία στο Τζάνειο Νοσοκομείο. Η κηδεία του έγινε στον Ωρωπό, ενώ η οικογένειά του ζήτησε, αντί στεφάνων, να δοθούν χρήματα στο Σπίτι του Ηθοποιού.

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΑ