Ξένια Κούρτογλου: «Το τούνελ»

Ξένια Κούρτογλου: «Το τούνελ»
Αν σου αρέσουν τα άρθρα μας, κάνε κλικ εδώ για να μας προσθέσεις στις Google πηγές σου και να μας διαβάζεις πιο συχνά!

Στο περιοδικό «Εγώ» φιλοξενούμε την επιχειρηματία, συγγραφέα και σύμβουλο ηγεσίας κυρία Ξένια Κούρτογλου, με αφορμή το βιβλίο της «Το τούνελ, 49+2 ιστορίες ψυχικής ανθεκτικότητας», που κυκλοφορεί από τις Εκδόσεις Key Books. Διαθέτει περισσότερα από τριάντα πέντε χρόνια εμπειρίας στην έρευνα αγοράς και στη μελέτη της ανθρώπινης συμπεριφοράς, έχοντας συνεργαστεί με επιχειρήσεις και ανώτερα στελέχη σε περιόδους πίεσης και μεταβολών. Σήμερα επικεντρώνει τη δράση της στην αυτοηγεσία και στην ψυχική ανθεκτικότητα, μέσα από έρευνες, ομιλίες και προγράμματα ανάπτυξης ανθρώπων και οργανισμών.

Συνέντευξη στη δημοσιογράφο-συγγραφέα Νεκταρία Βαρσαμή-Πουλτσίδη

 

Το βιβλίο συγκεντρώνει πενήντα μία σύντομες ιστορίες ανθρώπων που έρχονται αντιμέτωποι με χωρισμούς, απώλειες, επαγγελματικές ανατροπές, προδοσίες, προβλήματα υγείας και κοινωνικές απαιτήσεις που περιορίζουν τις προσωπικές τους επιλογές. Αντί για μια θεωρητική πραγματεία, η συγγραφέας χρησιμοποιεί μικρές αφηγήσεις και ερωτήματα αυτοπαρατήρησης, επιδιώκοντας να βοηθήσει τον αναγνώστη να αναγνωρίσει στις ζωές των άλλων κομμάτια της δικής του διαδρομής.

Στον πυρήνα του έργου βρίσκεται η αντίληψη ότι η ανθεκτικότητα καλλιεργείται μέσα από διαδοχικά στάδια αναγνώρισης, αποδοχής, παρατήρησης, αναλογισμού και δράσης. Η διαδικασία, ωστόσο, δεν είναι ίδια για όλους ούτε ακολουθεί πάντοτε μια καθαρή ανοδική πορεία. Υπάρχουν απώλειες που δεν αναπληρώνονται, δυσκολίες που διαρκούν και άνθρωποι που δεν βγαίνουν από μια δοκιμασία «καλύτεροι» ή ισχυρότεροι. Το ουσιαστικό ερώτημα δεν είναι μόνο πώς επιστρέφουμε μετά την πτώση, αλλά και πώς μαθαίνουμε να ζούμε με όσα δεν μπορούν να επιστρέψουν στην προηγούμενη μορφή τους.

Επιλέξατε να παρουσιάσετε την ψυχική ανθεκτικότητα μέσα από 49+2 ιστορίες και όχι μέσα από ένα αμιγώς θεωρητικό εγχειρίδιο. Τι μπορεί να αποκαλύψει μια σύντομη ανθρώπινη διήγηση που δεν αποτυπώνεται σε μια συμβουλή, έναν κανόνα ή ένα ερευνητικό ποσοστό και γιατί διατηρήσατε αυτή την ιδιαίτερη αριθμητική μορφή στον υπότιτλο;

Ξ.Κ.: Πάντα, όπως και στην διδασκαλία, η θεωρία εξηγεί την βάση ενός επιχειρήματος ή μιας γνωστικής απεικόνισης, όμως η εφαρμογή στην πράξη μέσα από παραδείγματα είναι εκείνη που κάνει το μήνυμα πιο κατανοητό και εφαρμόσιμο.  Αυτός είναι και ο σκοπός της αφήγησης των ιστοριών, καθώς μέσα από αυτές, ο ήρωας ή η ηρωϊδα, κάθε φορά περνά μέσα από ένα «τούνελ» και πορεύεται μέχρι να βγει από αυτό.  Μέσα από τις ιστορίες, ο αναγνώστης συχνά ταυτίζεται, αναζητά τις δικές του εμπειρίες, διδάσκεται και εξελίσσεται.  Και αυτή είναι η πρόθεση και το μήνυμα.

Οι ιστορίες καλύπτουν απώλειες, χωρισμούς, προδοσίες και επαγγελματικές ανατροπές. Πρόκειται για πραγματικά περιστατικά, για αφηγηματικές συνθέσεις διαφορετικών εμπειριών ή για μυθοπλαστικές ιστορίες βασισμένες σε επαναλαμβανόμενα ανθρώπινα μοτίβα; Πώς προστατεύσατε την ιδιωτικότητα των προσώπων χωρίς να αφαιρέσετε την αλήθεια και την πολυπλοκότητα της εμπειρίας τους;

Ξ.Κ.: Οι περισσότερες ιστορίες είναι αληθινές, αρκετές είναι δικές μου εμπειρίες, και βέβαια η συναισθηματική κατάσταση, από το αρχικό σοκ, την άρνηση, την διαστρέβλωση, έως την αποδοχή, την συγχώρεση, την αναπλαισίωση και τελικά την διέξοδο και την ανάκαμψη παραμένουν αναλλοίωτες.  Ασφαλώς, ακριβώς για προστασία της ιδιωτικότητας των ηρώων είναι αλλαγμένα τα ονόματα, οι επαγγελματικοί κλάδοι, πολλές φορές και το φύλο, η ηλικία, η περιοχή, ή η εποχή.

Η εικόνα του τούνελ υποδηλώνει ότι υπάρχει μια είσοδος, μια δύσκολη διαδρομή και τελικά μια έξοδος. Πώς λειτουργεί αυτή η μεταφορά στις περιπτώσεις μιας χρόνιας ασθένειας, μιας μόνιμης αναπηρίας ή μιας απώλειας που δεν ολοκληρώνεται ποτέ ψυχικά; Υπάρχουν τούνελ από τα οποία δεν βγαίνουμε, αλλά μαθαίνουμε να ζούμε διαφορετικά μέσα τους;

Ξ.Κ.: Απ’ όλα τα «τούνελ» βγαίνουμε με τον άλφα ή τον βήτα τρόπο.  Ακόμα και σε περιπτώσεις υγειας που αναφέρετε, όπως η μόνιμη αναπηρία, η έξοδος από το τούνελ σηματοδοτείται από μια νέα ψυχική ισορροπία μετά από πολλά στάδια, και πιθανή διέξοδο μέσα από μια νέα δραστηριότητα, που δεν εμποδίζεται από την σωματική κατάσταση.  Βέβαια, επειδή όλα είναι μέσα στη ζωή, υπάρχουν ιστορίες και εμπειρίες όπου κάποιος πιθανά δεν θα τα καταφέρει και θα παραμείνει σ’ ένα «τούνελ», ίσως διαφορετικό από το αρχικό. 

Η ανθεκτικότητα συχνά παρουσιάζεται δημόσια ως η ικανότητα να επιστρέφουμε πιο δυνατοί μετά από κάθε δοκιμασία. Μπορεί αυτή η προσδοκία να γίνει ένα ακόμη βάρος για εκείνον που δεν έχει τη δύναμη να ανακάμψει γρήγορα; Πώς διαχωρίζουμε την ψυχική ανθεκτικότητα από την απαίτηση να δείχνουμε λειτουργικοί και αισιόδοξοι ενώ εξακολουθούμε να υποφέρουμε;

Ξ.Κ.:  Στο πρώτο σκέλος της ερώτησής σας θα απαντήσω καταφατικά:  ναι η ανθεκτικότητα χτίζεται ακόμα περισσότερο μέσα από τα «δύσκολα», μέσα από το απρόβλεπτο, το άγνωστο, εκείνο που δεν ελέγχουμε. Και μάλιστα, πρόσφατη έρευνά μας βρίσκει το 70% των Ελλήνων να συμφωνούν πως μέσα από τις δυσκολίες βγαίνουν πιο δυνατοί.  Γιατί τις εξωτερικές συνθήκες και τις συμπεριφορές των άλλων δεν μπορούμε να τις ελέγξουμε και είναι ουτοπικό να το προσπαθούμε.  Όμως, ως υπεύθυνοι άνθρωποι με αυτοηγεσία, είναι σημαντικό να συνειδητοποιούμε πως πάντα εμείς μπορούμε να ελέγχουμε και να επιλέξουμε τον τρόπο με τον οποίο θα αντιδράσουμε:  πόσο χρόνο θα αναλώσουμε στην αναζήτηση ευθυνών, αιτιών και ζώντας σε συναίσθημα αδικίας και πιθανά ενοχής;  Πόσο γρήγορα θα περάσουμε στην αποδοχή και θα αναζητήσουμε λύσεις;  Όλα αυτά είναι στο χέρι μας. 

Από την άλλη μεριά, την «απαίτηση να δείχνουμε λειτουργικοί και αισιόδοξοι ενώ εξακολουθούμε να υποφέρουμε» και πάλι εμείς την επιλέγουμε!  Αν κάνουμε κάτι τέτοιο, τότε ουσιαστικά χάνουμε την αυθεντικότητά μας, και όταν συμβαίνει αυτό, είμαστε δυστυχείς.  Απλά, ο κάθε άνθρωπος επιλέγει σε ποιους ανθρώπους θα ανοίξει την καρδιά του και θα εκφράσει τον πόνο του, και ποιους θα κρατήσει «απ’ έξω» από το προσωπικό του, δύσκολο ταξίδι.

Ξένια Κούρτογλου: Δεν μας κάνουν όλες οι δυσκολίες αυτομάτως πιο δυνατούς. Η ψυχική ανθεκτικότητα αρχίζει όταν βρίσκουμε έναν τρόπο να συνεχίσουμε, χωρίς να αρνούμαστε όσα χάσαμε και χωρίς να προσποιούμαστε ότι κάθε πόνος ήταν αναγκαίος.

Η μέθοδος των «Επτά Α» οργανώνει τη διαδρομή από την αναγνώριση μιας ανατροπής έως την ανάκαμψη ή την ανάπτυξη. Το πένθος και το τραύμα, όμως, σπάνια εξελίσσονται γραμμικά και ένας άνθρωπος μπορεί να επιστρέφει ξανά στην άρνηση, στον θυμό ή στην αδυναμία αποδοχής. Πώς χρησιμοποιείται η μέθοδος χωρίς να μετατρέπεται σε ένα αυστηρό χρονοδιάγραμμα «σωστής» διαχείρισης του πόνου;

Ξ.Κ.: Διαβάζοντας το βιβλίο θα δείτε ότι το τονίζω ιδιαίτερα αυτό το σημείο που πολύ σωστά εντοπίζετε : ασφαλώς και τα όρια μεταξύ των σταδίων είναι διαπερατά, είναι πολύ φυσιολογικό να υπάρχουν συναισθηματικά σκαμπανεβάσματα, και οπωσδήποτε, ο κάθε άνθρωπος έχει τον δικό του δρόμο και ρυθμό.  Και σίγουρα, δεν είναι όλες οι απώλειες ίδιες.  Όμως, μελετώντας τις, σίγουρα θα περάσει κανείς από αυτά τα στάδια.  

Η αναπλαισίωση μάς καλεί να αναζητήσουμε μια διαφορετική οπτική απέναντι σε όσα συνέβησαν. Υπάρχουν στιγμές κατά τις οποίες η αναζήτηση του θετικού γίνεται πρόωρη και στερεί από τον άνθρωπο το δικαίωμα να πενθήσει ή να θυμώσει; Πώς αποφεύγουμε τη λεγόμενη τοξική θετικότητα και την πίεση να βρούμε αμέσως ένα μάθημα μέσα στην καταστροφή;

Ξ.Κ.: Και αυτό είναι ένα εξαιρετικό σημείο που αξίζει να σχολιάσουμε:  η «θετικότητα» γίνεται ασφαλώς τοξική όταν δεν την πιστεύουμε και δεν την νιώθουμε.  Ποτέ δεν πρέπει ένας άνθρωπος να καταπιέζει ή να αλλοιώνει τα συναισθήματα θλίψης, πένθους, δυστυχίας, αντίθετα είναι πάρα πολύ σημαντικό να τα βιώσει, γιατί αλλιώς κινδυνεύουν να σωματοποιηθούν.  Το κλειδί εδώ—όπως και στις περισσότερες στιγμές της ζωής μας—είναι η συνειδητότητα, δηλαδή το να ξέρω ότι βιώνω τον πόνο μου και θα αφήσω τον εαυτό μου ελεύθερο να τον νιώσει, δεν θα πάω κόντρα στη φύση μου! 

Βέβαια, όταν ο πόνος είναι ιδιαίτερα έντονος, υπάρχει και ο υποσυνείδητος μηχανισμός αυτοπροστασίας του ανθρώπου—επειδή δεν τον αντέχει—να τον αγνοεί, να τον αρνείται, ή να τον διαστρεβλώνει.  Και τότε, έχει σίγουρα ανάγκη από υποστήριξη ενός ειδικού.  Όμως σίγουρα, με κάποιο τρόπο, θα βρει μια νέα ισορροπία με τον καιρό, εφ’ όσον βέβαια το θέλει.

Στο βιβλίο συμπεριλαμβάνετε και μια ιστορία στην οποία το πρόσωπο δεν κατορθώνει να φτάσει σε μια νέα ισορροπία. Γιατί ήταν απαραίτητο να υπάρχει αυτή η εξαίρεση; Θελήσατε να αμφισβητήσετε την εύκολη βεβαιότητα ότι όποιος προσπαθεί αρκετά θα καταφέρει οπωσδήποτε να ξεπεράσει κάθε δυσκολία;

Ξ.Κ.: Είναι και αυτή η εξέλιξη μέσα στην ζωή.  Ειδικά σε αυτή την ιστορία, ο ήρωάς μας πέρασε από πολύ μεγάλες, καθοριστικές καταστροφές, πολλαπλές και πολυεπίπεδες.  Και ναι, υπάρχουν και οι περιπτώσεις που κάποιος δεν τα καταφέρνει, ακριβώς επειδή ο πόνος είναι τόσο μεγάλος, που—όπως αναφέρω και πιο πάνω—ο οργανισμός αδυνατεί να τον βιώσει και να τον αντέξει.

Στο στάδιο του αναλογισμού καλούμαστε να εξετάσουμε το δικό μας μερίδιο σε όσα συνέβησαν. Πώς γίνεται αυτή η διερεύνηση χωρίς να μετατρέπεται σε αυτοκατηγορία, ιδιαίτερα όταν κάποιος έχει υποστεί κακοποίηση, εξαπάτηση ή μια απόφαση που ελήφθη από ισχυρότερους ανθρώπους και μηχανισμούς;

Ξ.Κ.: Το στάδιο του αναλογισμού είναι ιδιαίτερα χρήσιμο και βοηθάει όταν γίνεται με ψυχραιμία, αντικειμενικότητα και ειλικρινή, δίκαιη ανάληψη του μεριδίου ευθύνης που μας αναλογεί.  Και επειδή όλα αυτά που αναφέρετε στην ερώτησή σας τα έχω βιώσει προσωπικά και με οδυνηρό τρόπο, θα είμαι ειλικρινής:  βρήκα σημεία στον αναλογισμό μου, όπου θα μπορούσα να έχω λειτουργήσει με διαφορετικό τρόπο, να μην αφήνω πράγματα να μπαίνουν «κάτω από το χαλί», να έχω βάλει όρια, να έχω πει «όχι» όταν έπρεπε, να έχω λειτουργήσει με περισσότερη αυτοεκτίμηση, και να έχω αρνηθεί, για παράδειγμα, να υπογράψω σημαντικά έγγραφα όταν ήμουν άρρωστη επειδή «ήταν βιαστικά», εμπιστευόμουν εκείνον που μου τα έδωσε και τα υπέγραψα χωρίς να τα διαβάσω!  Καθοριστικό σημείο για την ζωή μου αργότερα…

Τα προσωπικά όρια συχνά παρουσιάζονται ως μια απλή απόφαση να πούμε «όχι». Στην πραγματικότητα, όμως, ένα τέτοιο «όχι» μπορεί να έχει οικονομικό, επαγγελματικό ή οικογενειακό κόστος, ιδίως όταν υπάρχει άνιση σχέση εξουσίας. Πώς μπορεί ένας άνθρωπος να προστατεύσει τον εαυτό του χωρίς να αγνοεί τους πραγματικούς κινδύνους που ενδέχεται να ακολουθήσουν;

Ξ.Κ.: Τα όρια δεν τα βάζουμε για τους άλλους, τα βάζουμε για τον εαυτό μας.  Και για να είμαστε οριοθετημένοι, προϋπόθεση είναι η αυτογνωσία—ποιες είναι οι αξίες μας, οι πεποιθήσεις, τα όνειρά μας κλπ.—καθώς και η αυτοεκτίμηση.  Οι άνθρωποι που δεν βάζουν όρια, που λένε «ναι» σε πράγματα που δεν θέλουν, το κάνουν γιατί φοβούνται μην χάσουν την αγάπη ή την παρέα των άλλων, χάνουν όμως έτσι την εκτίμηση και τον σεβασμό τους.  Γιατί όταν κάποιος βάζει τα όριά του, ξεκάθαρα και ευγενικά, και τα τηρεί πρώτα ο ίδιος, μόνο τότε εμπνέει τον σεβασμό των άλλων.  Κι αν πάλι κάποιος δεν τα δεχτεί, τότε η σχέση αυτή, επαγγελματική, προσωπική, φιλική, είναι άνιση και άδικη ούτως ή άλλως. 

Και βέβαια, τα όρια έχουν το ρίσκο τους, ο άλλος να μην τα δεχτεί.  Όταν όμως συμβαίνει αυτό, σημαίνει ότι με τον άνθρωπο αυτό δεν ταιριάζουμε, ή δεν μας αποδέχεται όπως είμαστε.  Ασφαλώς και πάντα, αυτά ισχύουν και από τις δύο πλευρές αν μιλάμε για ισότιμες σχέσεις.  Από εκεί και πέρα, αν αναφερόμαστε σε σχέσεις εξουσίας και καταναγκασμού, και πάλι θα πω, πως είναι στο χέρι μας να παραμείνουμε με συνειδητή επιλογή όσο χρειαστεί, και να αποχωρήσουμε όταν είμαστε έτοιμοι.  Γιατί οι σχέσεις αυτές δεν μπορούν να ευδοκιμήσουν, και η ανοχή μας θα αποβεί σε βάρος μας.

Ξένια Κούρτογλου: «Το τούνελ»
Ξένια Κούρτογλου: «Το τούνελ»

Η επαγγελματική σας πορεία σάς έχει φέρει κοντά τόσο στους εργαζομένους όσο και στις διοικήσεις των επιχειρήσεων. Υπάρχει ο κίνδυνος η εταιρική συζήτηση για την ανθεκτικότητα να μεταθέσει την ευθύνη στον εργαζόμενο, ζητώντας του να αντέχει διαρκώς μεγαλύτερη πίεση, αντί να αλλάξει ένα προβληματικό εργασιακό περιβάλλον; Πότε η ανθεκτικότητα παύει να είναι δύναμη και γίνεται ανοχή απέναντι σε μια δυσλειτουργική κουλτούρα;

Ξ.Κ.: Ξεκάθαρα τονίζω στο βιβλίο, στα εργαστήρια και στις ομιλίες μου πως Ψυχική Ανθεκτικότητα δεν σημαίνει «αναλαμβάνω περισσότερα απ’ όσα μπορώ», ή πώς «ανέχομαι να με προσβάλλουν και να με υποτιμούν» ή «βάζω τον εαυτό μου σε χαμηλή προτεραιότητα» ή «ανεβαίνω ένα δύσκολο ανήφορο ασθμαίνοντας».  Όχι.  Δεν είναι αυτό.  Ανθεκτικότητα σημαίνει ότι μπροστά στο δύσκολο, στο άγνωστο, στο απρόβλεπτο ο κάθε άνθρωπος θα σοκαριστεί, θα ταραχτεί—γιατί άνθρωπος είναι—αλλά γρήγορα θα περάσει στην αποδοχή και με ψυχραιμία και διαύγεια θα αναζητήσει λύσεις και διεξόδους.  Αυτό καλούνται και οι οργανισμοί να κάνουν σήμερα:  να εξελιχθούν μέσα από τις νέες συνθήκες και να προσπαθήσουν να αξιοποιήσουν την εμπειρία, τις υποδομές και τους ανθρώπους τους με την κατάλληλη προσαρμογή στα νέα δεδομένα και ζητούμενα. 

Και θέλω εδώ να τονίσω κάτι:  σπάνια μια «καταστροφή», όπως πχ. ένας χωρισμός, μια οικονομική δοκιμασία, ή μια πτώχευση έρχονται τόσο απότομα.  Από καιρό υπάρχουν τα σημάδια, αν ξέρει κανείς να τα «διαβάζει», να μην τα αγνοεί και να μπορεί να τα αντιμετωπίσει έγκαιρα, πιθανά προληπτικά.  Αυτό δεν σημαίνει ότι θα αποφύγει κανείς πχ. τον χωρισμό αν το ζευγάρι δεν ταιριάζει ή δεν θέλουν και οι δύο να παλέψουν την σχέση τους, απλά δεν θα είναι τόσο μεγάλο το «σοκ» όταν έρθει εκείνη η στιγμή. Όμως για μια εταιρία, αν παρακολουθεί συστηματικά τις τάσεις τις αγοράς, αν διερευνά τακτικά την ικανοποίηση των πελατών και των συνεργατών της, μπορεί έγκαιρα να προβεί σε κινήσεις βελτίωσης.

Όμως, ασφαλώς και παράλληλα υπάρχουν ατυχήματα, θέματα υγείας και ζωής, τα οποία ο άνθρωπος δεν ελέγχει…αλλά καλείται να αντιμετωπίσει με ψυχικό σθένος.

Η πολυετής εμπειρία σας στην έρευνα αγοράς σάς έχει εκπαιδεύσει να αναζητάτε τάσεις και κοινά μοτίβα στην ανθρώπινη συμπεριφορά. Πώς διατηρείται η μοναδικότητα κάθε ανθρώπου όταν μια εμπειρία εντάσσεται σε ένα μοντέλο ή σε επτά διαδοχικά στάδια; Υπήρξε κάποια ιστορία που αντιστάθηκε στις κατηγορίες σας και σας ανάγκασε να αναθεωρήσετε τη μέθοδο;

Ξ.Κ.: Δεν θα την ονόμαζα «μέθοδο».  Απλά, μέσα από την επιστήμη της ψυχολογίας, της ψυχοθεραπείας, την μελέτη των ανθρώπων, και την εμπειρία μου ως θεραπεύτρια, η διαδικασία και τα στάδια που περνά κανείς στην αντιμετώπιση μιας μεγάλης απώλειας είναι αυτά.  Και όσο πιο συνειδητά μπορεί κανείς να τα βιώσει, τόσο πιο βατός θα είναι και ο δρόμος προς την ανάκαμψη, την ανάπτυξη και την μετάβαση στο επόμενο κεφάλαιο της ζωής του.

Ένα βιβλίο αυτογνωσίας μπορεί να προσφέρει αναγνώριση και ένα πρώτο πλαίσιο κατανόησης, δεν μπορεί όμως να υποκαταστήσει την ψυχοθεραπεία ή την ψυχιατρική υποστήριξη. Ποια σημάδια δείχνουν ότι ένας άνθρωπος που βρίσκεται στο δικό του τούνελ χρειάζεται πλέον να απευθυνθεί σε ειδικό ψυχικής υγείας και όχι να επιμείνει μόνος του στην προσπάθεια αυτοδιαχείρισης;

Ξ.Κ.: Ασφαλώς και ένα βιβλίο δεν μπορεί να υποκαταστήσει ούτε την θεραπεία, ούτε την ψυχιατρική.  Είναι πολύ φυσιολογικό μπροστά σε μια μεγάλη απώλεια, ο άνθρωπος να χρειαστεί βοήθεια, και την προτείνω ανεπιφύλακτα γιατί οι φίλοι και οι κοντινοί άνθρωποι μπορεί να είναι ανακουφιστικοί, όμως δεν είναι ειδικοί.  Και σε τέτοιες στιγμές η ψυχή είναι τόσο ευάλωτη, που ακόμα και με καλή πρόθεση, μπορεί κάποιος να την «γρατζουνίσει».  Αυτό όμως που έχει μεγάλη αξία και σημασία, είναι αυτή την βοήθεια ενός ειδικού να την ζητήσει ο άνθρωπος μόνος του.  Και εδώ, δεν αναφέρομαι σε διαγνωσμένες, ενδογενείς ψυχικές διαταραχές βέβαια.  Αναφέρομαι στην φυσιολογική κατάσταση ενός ανθρώπου που έχει δεχθεί ένα μεγάλο πλήγμα που ανατρέπει την ζωή του και ακριβώς εκεί, χρειάζεται βοήθεια.

Πιστεύετε ότι η δύναμη της λογοτεχνίας μπορεί από μόνη της να αναδιαμορφώσει τον τρόπο με τον οποίο οι άνθρωποι βλέπουν τα βιβλία και την ανάγνωση; Μπορούν πενήντα μία διαφορετικές ιστορίες ψυχικής ανθεκτικότητας να μετατρέψουν την ανάγνωση σε χώρο αναγνώρισης και ουσιαστικής αυτοπαρατήρησης, χωρίς να επιβάλλουν έναν μοναδικό «σωστό» τρόπο με τον οποίο οφείλουμε να βιώνουμε την απώλεια και να ξαναστεκόμαστε στη ζωή; Ποια είναι η δική σας άποψη;

Ξ.Κ.: Σε όλα μου τα βιβλία, ομιλίες, εργαστήρια, πάντα τονίζω πως αυτά που αναφέρω είναι προτάσεις, ανοικτές στην κρίση του αναγνώστη ή του θεατή.  Οι ιστορίες εμπνέουν—ήδη πολλοί αναγνώστες μου στέλνουν μηνύματα για το πόσο ταυτίζονται με αρκετές από αυτές—κάνουν με τον δικό τους τρόπο τον δικό τους αναλογισμό, άρα ακόμα ένα βήμα στο δικό τους αυτογνωσιακό ταξίδι.  Και σίγουρα, κεντρική μου πεποίθηση και πρόθεση δεν είναι η επιβολή, αλλά η έμπνευση, με «μονόδρομο» την καλοσύνη!

 

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΑ