Τζέιμς Κάγκνεϊ: Ο γκάνγκστερ με το παιδικό πρόσωπο που έγινε θρύλος του Χόλιγουντ

Αν σου αρέσουν τα άρθρα μας, κάνε κλικ εδώ για να μας προσθέσεις στις Google πηγές σου και να μας διαβάζεις πιο συχνά!

Ο Τζέιμς Κάγκνεϊ υπήρξε ένας από τους πιο χαρισματικούς και πολυσύνθετους ηθοποιούς της χρυσής εποχής του Χόλιγουντ. Έμεινε στην ιστορία κυρίως ως ο αδίστακτος κινηματογραφικός γκάνγκστερ, όμως πίσω από το σκληρό προφίλ κρυβόταν ένας καλλιτέχνης με τεράστια ερμηνευτική γκάμα, που μπορούσε με την ίδια άνεση να παίξει σε δράμα, κωμωδία, μιούζικαλ ή γουέστερν.

Ο Όρσον Γουέλς είχε χαρακτηρίσει τον Κάγκνεϊ «ίσως τον σπουδαιότερο ηθοποιό» που εμφανίστηκε μπροστά από κάμερα, ενώ το κοινό τον λάτρεψε για την εκρηκτική του ενέργεια, το διαπεραστικό βλέμμα, την ιδιαίτερη εκφορά του λόγου και τη χαρακτηριστική σωματική του παρουσία.

Με αφορμή τη συμπλήρωση 40 χρόνων από τον θάνατό του, στις 30 Μαρτίου 1986, αξίζει να θυμηθούμε την πορεία ενός ανθρώπου που ξεκίνησε από τη φτώχεια του Μανχάταν και κατάφερε να γίνει ένας από τους σημαντικότερους σταρ στην ιστορία του αμερικανικού κινηματογράφου.

Από τη φτώχεια του Μανχάταν στο θέατρο

Ο Τζέιμς Φράνσις Κάγκνεϊ Τζούνιορ γεννήθηκε το 1899 στις φτωχογειτονιές του Μανχάταν, σε οικογένεια ιρλανδικής καταγωγής. Ο πατέρας του εργαζόταν ως μπάρμαν και ασχολούνταν ερασιτεχνικά με την πυγμαχία. Ο Τζέιμς ήταν το δεύτερο από τα επτά παιδιά της οικογένειας και, ως βρέφος, αντιμετώπισε σοβαρά προβλήματα υγείας. Η μητέρα του φοβόταν ακόμη και για τη ζωή του, έχοντας ήδη χάσει δύο ακόμη παιδιά.

Μεγαλώνοντας, ο γαλανομάτης και κοκκινομάλλης Κάγκνεϊ αποφοίτησε από το Stuyvesant High School της Νέας Υόρκης και φοίτησε για ένα διάστημα στο Columbia University. Για να βοηθήσει οικονομικά την οικογένειά του, εργάστηκε σε πολλές διαφορετικές δουλειές. Υπήρξε αντιγραφέας στη New York Sun, επιμελητής βιβλίων στη Δημόσια Βιβλιοθήκη, αλλά και νυχτερινός θυρωρός.

Παράλληλα, άρχισε να ασχολείται με τον χορό και τις κλακέτες, ενώ δοκίμασε τις δυνάμεις του και στην ερασιτεχνική πυγμαχία στην κατηγορία των ελαφρών βαρών. Οι προπονητές του πίστευαν ότι μπορούσε να γίνει επαγγελματίας μποξέρ, όμως η μητέρα του δεν του το επέτρεψε.

Η στροφή προς το θέατρο ήρθε σχεδόν τυχαία. Επισκεπτόμενος μια θεία του στο Μπρούκλιν, κοντά στα στούντιο της Vitagraph, άρχισε να παρακολουθεί κρυφά τα γυρίσματα και να γοητεύεται από τον κόσμο του θεάματος.

Αρχικά εργαζόταν στα παρασκήνια και δεν είχε ιδιαίτερη φιλοδοξία να γίνει ηθοποιός. Όλα άλλαξαν όταν ένας ηθοποιός αρρώστησε και ο Κάγκνεϊ κλήθηκε να πάρει τη θέση του. Χάρη στη φωτογραφική του μνήμη, γνώριζε τον ρόλο και κατάφερε να τον ερμηνεύσει χωρίς ιδιαίτερη προετοιμασία.

Το 1919 πήρε χορευτικό ρόλο στο θεατρικό έργο Every Sailor. Ακολούθησαν χρόνια θεατρικών περιπλανήσεων, μέχρι που έφτασε στο Μπρόντγουεϊ και άρχισε να αποκτά αναγνωρισιμότητα τόσο ως χορευτής όσο και ως ηθοποιός.

Η Warner και η πρώτη μεγάλη ευκαιρία

Η μεγάλη ευκαιρία ήρθε όταν ο Αλ Τζόλσον τον είδε στο θέατρο και διέκρινε αμέσως τις δυνατότητές του για τον κινηματογράφο. Ο Κάγκνεϊ οδηγήθηκε στη Warner και το 1930 εμφανίστηκε στην ταινία Sinners’ Holiday, στον ρόλο του Χάρι Ντελάνο, ενός σκληρού άνδρα που καταλήγει δολοφόνος, αλλά ταυτόχρονα προκαλεί τη συμπάθεια του κοινού.

Από νωρίς φάνηκε ότι δεν ήταν διατεθειμένος να συμβιβαστεί με ό,τι θεωρούσε κακό για την εικόνα του. Χαρακτηριστικό είναι το περιστατικό με μια ατάκα που θεωρούσε ανόητη. Αρνήθηκε να την πει, με αποτέλεσμα ακόμη και ο πανίσχυρος παραγωγός Ντάριλ Ζάνουκ να υποχωρήσει και η συγκεκριμένη ατάκα να κοπεί.

«Ο Εχθρός της Κοινωνίας» και η γέννηση ενός γκάνγκστερ

Το 1931 ήρθε η ταινία που θα τον καθιέρωνε οριστικά. Ο Γουίλιαμ Γουέλμαν τον σκηνοθέτησε στον Εχθρό της Κοινωνίας, έχοντας στο πλευρό του την Τζιν Χάρλοου.

Ο Κάγκνεϊ υποδύθηκε έναν αδίστακτο γκάνγκστερ και γνώρισε τεράστια επιτυχία. Μάλιστα, αρχικά είχε επιλεγεί για τον ρόλο του «καλού», όμως κατά τη διάρκεια των γυρισμάτων οι δημιουργοί αντιλήφθηκαν ότι ο ίδιος ταίριαζε πολύ περισσότερο στον χαρακτήρα του σκληρού αντιήρωα.

Η ταινία, παρά τον σχετικά χαμηλό προϋπολογισμό της, σημείωσε εντυπωσιακές εισπράξεις. Ανάμεσα στις σκηνές που έμειναν στην ιστορία ήταν εκείνη στην οποία ο Κάγκνεϊ λιώνει ένα μισό γκρέιπφρουτ στο πρόσωπο της Μέι Κλαρκ, μια στιγμή που συνέβαλε στη δημιουργία του σκληρού κινηματογραφικού προφίλ του.

Μετά το τέλος των γυρισμάτων, ο Γουέλμαν φέρεται να του είπε χαρακτηριστικά: «Μικρέ, τώρα είσαι πρωταγωνιστής».

Από τον γκάνγκστερ στο Όσκαρ

Παρότι το κοινό τον είχε ταυτίσει με τους σκληρούς και συχνά βίαιους χαρακτήρες, ο Κάγκνεϊ απέδειξε γρήγορα ότι μπορούσε να κάνει πολύ περισσότερα.

Η χορευτική του ικανότητα, η κωμική του φλέβα και η δραματική του δύναμη τού επέτρεψαν να κινηθεί σε διαφορετικά κινηματογραφικά είδη.

Το 1942 ήρθε η κορυφαία διάκριση της καριέρας του. Για την ερμηνεία του στο μιούζικαλ Yankee Doodle Dandy, σε σκηνοθεσία του Μάικλ Κέρτιζ, κέρδισε το Όσκαρ Α’ Ανδρικού Ρόλου.

Η βράβευση αυτή επιβεβαίωσε ότι ο Κάγκνεϊ δεν ήταν απλώς ένας εξαιρετικός γκάνγκστερ. Ήταν ένας ολοκληρωμένος ηθοποιός και ένας από τους μεγαλύτερους σταρ της εποχής του.

Οι ταινίες που τον έκαναν θρύλο

Στην πλούσια φιλμογραφία του ξεχωρίζουν πολλές σημαντικές ταινίες. Ανάμεσά τους το Blonde Crazy του 1931, μια ρομαντική κωμωδία με στοιχεία απάτης, το εντυπωσιακό μιούζικαλ Footlight Parade του 1933 και το κλασικό γκανγκστερικό φιλμ The Roaring Twenties του 1938, όπου συμπρωταγωνίστησε με τον Χάμφρεϊ Μπόγκαρτ.

Ιδιαίτερη θέση έχει και το Angels with Dirty Faces, ένα από τα σημαντικότερα γκανγκστερικά δράματα της εποχής, στο οποίο συνεργάστηκε ξανά με τον Μπόγκαρτ.

Και φυσικά, δεν μπορεί να απουσιάζει το White Heat του 1949. Εκεί ο Κάγκνεϊ έδωσε μία από τις κορυφαίες ερμηνείες της καριέρας του, υποδυόμενος έναν ψυχοπαθή και αδίστακτο δολοφόνο.

Το 1957 πρωταγωνίστησε επίσης στο Man of a Thousand Faces, ένα σκοτεινό βιογραφικό δράμα.

Μια ζωή μακριά από τα φώτα

Παρά τη μεγάλη του φήμη, ο Κάγκνεϊ φρόντισε να κρατήσει την προσωπική του ζωή μακριά από τη δημοσιότητα. Παντρεύτηκε σε ηλικία 22 ετών τη Φράνσις Γουίλαρντ Βέρνον και παρέμειναν μαζί μέχρι τον θάνατό του.

Αγαπούσε τη φύση, τη γη, τα άλογα και τη θάλασσα, ενώ είχε ιδιαίτερη σχέση με τη ναυτοσύνη.

Στην πολιτική, η πορεία του ήταν λιγότερο προβλέψιμη. Ξεκίνησε ως έντονα προοδευτικός και υπήρξε πρόεδρος του Σωματείου Ηθοποιών. Κατά καιρούς κατηγορήθηκε ακόμη και για φιλοκομμουνιστικές πεποιθήσεις, ενώ υποστήριξε τον Φραγκλίνο Ρούσβελτ και τους Δημοκρατικούς. Παράλληλα, συγκρούστηκε με συνδικάτα που θεωρούσε ότι ελέγχονταν από τη μαφία και αντιτάχθηκε στην Επιτροπή Αντιαμερικανικών Δραστηριοτήτων.

Στα τελευταία χρόνια της ζωής του, ωστόσο, αυτοπροσδιορίστηκε ως «αρχισυντηρητικός», αποδεικνύοντας για ακόμη μία φορά ότι δεν ήταν εύκολο να χωρέσει σε μία μόνο πολιτική ταυτότητα.

Ο τελευταίος μεγάλος σταρ

Ο Κάγκνεϊ πέρασε περίπου τις δύο τελευταίες δεκαετίες της ζωής του ουσιαστικά αποσυρμένος από τον κινηματογράφο, πραγματοποιώντας μόνο λίγες εμφανίσεις.

Μία από τις τελευταίες σημαντικές παρουσίες του ήταν στην ταινία Ragtime του Μίλος Φόρμαν, μόλις πέντε χρόνια πριν από τον θάνατό του.

Όταν έφτασε στο Σαουθάμπτον για τα γυρίσματα, η παρουσία του προκάλεσε πραγματικό πανικό. Πλήθος θαυμαστών συγκεντρώθηκε για να δει από κοντά τον μεγάλο σταρ, ενώ ακόμη και έμπειροι ηθοποιοί που συνεργάζονταν μαζί του δυσκολεύονταν να κρύψουν τον θαυμασμό τους.

Ο Τζέιμς Κάγκνεϊ πέθανε στις 30 Μαρτίου 1986, σε ηλικία 86 ετών, από καρδιακή προσβολή.

Άφησε πίσω του μια καριέρα που ξεπέρασε τα στενά όρια του γκανγκστερικού κινηματογράφου. Με το παιδικό του πρόσωπο, το χαρακτηριστικό του βλέμμα, την εκρηκτική ενέργεια και το αστείρευτο ταλέντο του, κατάφερε να γίνει κάτι πολύ περισσότερο από ένας «σκληρός» του Χόλιγουντ.

Έγινε ένας πραγματικός κινηματογραφικός θρύλος, ένας από εκείνους τους σταρ της παλιάς εποχής που, ακόμη και δεκαετίες μετά τον θάνατό τους, εξακολουθούν να γοητεύουν το κοινό και να θυμίζουν τι πραγματικά σήμαινε να είσαι μεγάλος ηθοποιός στην κλασική εποχή του αμερικανικού σινεμά.

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΑ